Ξύπνησε απότομα. Και πριν ακόμη ανοίξει τα μάτια της, άρχισε να ελέγχει σε τι κατάσταση ήταν το σώμα της.
Ένιωσε κάτι κρύο.
Έψαξε το στρώμα. Υγρό ήταν. Πάγωσε ολόκληρη. Αίμα! Πάλι είχαν ανοίξει οι θύρες στο μπράτσο της. Ούτε μήνας δεν είχε περάσει απ’ την προηγούμενη φορά.
Ο φόβος της έκοψε την αναπνοή. Ανακάθισε και προσπάθησε να σκεφτεί. Κατ’ αρχάς, πόσο αίμα είχε χάσει;
Προσεκτικά, μην λερώσει περισσότερο, έπιασε τον αναλυτή από δίπλα της και μέτρησε τον αιματοκρίτη της. Ήταν 28% με όριο το 32%. Παραβίωση σε αυτή την κατάσταση, δεν μπορούσε να γίνει—πόσο μάλλον η πρωινή που ήταν και η πιο βαριά. Οι πληγές της Κυρίας δεν θα έκλειναν και η ίδια μπορεί και να πάθαινε καμιά συγκοπή.
Χρειαζόταν μια τουλάχιστον φιάλη αίματος για να βγάλει την Παραβίωση. Αλλά έπρεπε να πάει και να έρθει από το φαρμακείο χωρίς να ακουστεί. Γιατί αν η Κυρία υποψιαζόταν κάτι και ζητούσε να δει τις θύρες της, ήταν χαμένη.
Σηκώθηκε. Με κόπο συγκρατούσε την ταραχή της. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε στην θυρίδα της καραντίνας έξω απ’ την τουαλέτα. Κάθε δωμάτιο είχε καραντίνα. Με το χτικιό, η απολύμανση είχε γίνει πιο σημαντική κι’ από την ψύξη.
Περίμενε να ακούσει την θυρίδα να κλείνει πάλι αεροστεγώς. Πήρε καινούργια στρωσίδια απ’ την εταζέρα και τα έστρωσε, αλλά πρόχειρα, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε πάνω τους. Η Κυρία περνούσε καθημερινά από όλα τα δωμάτια και το μάτι της τα έπιανε αμέσως κάτι τέτοια.
Τόσο νωρίς, πρέπει να κοιμόταν ακόμη. Συνήθως ξυπνούσε όταν έμπαινε η Τασία για την πρωινή Παραβίωση. Όμως η Κυρία ήταν νευρική. Θα πεταγόταν αμέσως έτσι και άκουγε θόρυβο μέσα στο σπίτι. Ευτυχώς το δωμάτιο της Τασίας ήταν μακριά. Όσο είχε κλειστή την πόρτα δεν είχε φόβο.
Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να έριχνε ένα ρούχο πάνω της και να έτρεχε γραμμή στο φαρμακείο. Όμως είχε τα πρωτόκολλα. Η εκτέλεσή τους ήταν απαράβατη. Διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να μολυνθεί το αίμα της Κυρίας την ώρα της Παραβίωσης και με τις πληγές στο σώμα της ανοιχτές, όπως κάθε πρωί, οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά σοβαρές.
Όχι, τα πρωτόκολλα δεν ήταν διαπραγματεύσιμα.
Πρώτα η απολύμανση.
Πάνω απ’ την θυρίδα της καραντίνας υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της Μονής που φορούσε στον λαιμό και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μπαίνοντας, της χτύπησε η μυρωδιά του απολυμαντικού. Έπλυνε τα χέρια της, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.
Έκανε πιπί, σκουπίστηκε, έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική θυρίδα της καραντίνας, πρόσεξε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Σταμάτησε και έπλυνε άλλη μια φορά τα χέρια της, δίνοντας έμφαση στα νύχια, στους καρπούς και ανάμεσα στα δάχτυλα.
Πέταξε παντόφλες και καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.
Το φράγμα που είχε ορθώσει μέσα της τόση ώρα, υποχώρησε. Το μυαλό της πλημμύρισε με σκέψεις.
Αιμορραγία θυρών δυο φορές μέσα στον μήνα ένα μόνο πράγμα μπορούσε να σημαίνει. Πως είχε έρθει και γι’ αυτήν η ώρα της “ηρεμίας”. Στο εξής, οι θύρες της θα άνοιγαν όλο και πιο συχνά. Η υγεία της θα χειροτέρευε, μέχρι που θα έφτανε το τέλος. Δεν υπήρχε γιατριά, αυτή ήταν η μοίρα κάθε Παραμάνας. Πόσο να είχε ακόμη; Μήνες; Χρόνο; Το πολύ δύο. Αλλά ακόμη και τόσο για να επιζούσε, έπρεπε, πριν απ’ όλα, να βγάλει την σημερινή μέρα και αυτό δεν θα ήταν εύκολο. Τίποτα δεν έπρεπε να καταλάβει η Κυρία για την κατάστασή των θυρών της. Το παραμικρό αν υποψιαζόταν, θα την έδιωχνε αμέσως, και μόνη, στους δρόμους η Τασία, ούτε μια εβδομάδα δεν θα επιζούσε.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε και έριξε στα χέρια της αλκοολούχο διάλυμα.
Αυτό ήταν. Τέλος.
Βγήκε από την τουαλέτα και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Όμως, όσο κι’ αν βιαζόταν, έπρεπε να ρίξει μια ματιά στις θύρες της. Την ώρα της Παραβίωσης από εκεί θα περνούσε το αίμα που θα αγόραζε. Ήθελε να ξέρει σε τι κατάσταση βρίσκονταν.
Στάθηκε κάτω από το φως. Το πρωτόκολλο δεν κινδύνευε, τα ανοίγματα στα μπράτσα της δεν ήταν εκτεθειμένα: κάθε θύρα προστατευόταν από εξωτερικό κάλυμμα δέρματος και, από κάτω, μια διαφανή, αντιβακτηριδιακή μεμβράνη.
Προσέχοντας μην αγγίξει τίποτα, εξέτασε τι συνέβαινε κάτω από τις μεμβράνες. Στην θύρα εξόδου, εκεί απ’ όπου έβγαινε το αίμα την ώρα της Παραβίωσης, η μεμβράνη είχε χάσει την στεγανότητα της. Διακρίνονταν καθαρά οι σταγόνες αίματος που φούσκωναν, στριμώχνονταν κάτω απ’ την μεμβράνη και έβγαιναν έξω, η μια πίσω απ’ την άλλη.
Εκείνη την στιγμή, εξ’ αιτίας που ήταν τόσο προσηλωμένη, η προσοχή της, άθελά της, “ξεκόλλησε”. Άρχισε μια μικρο-κατάδυση—την τεχνική που είχε διδαχθεί στην Μονή. Ένιωσε να πέφτει με μεγάλη ταχύτητα. Είδε τα κύτταρα του δέρματος της να εκτείνονται όσο έβλεπε το μάτι σαν τακτικός βιετναμέζικος ορυζώνας. Η προσοχή της συνέχισε να κατεβαίνει. Η εικόνα τώρα έμοιαζε με τσαλακωμένο πουκάμισο φιδιού που…
Τσίμπησε με δύναμη το μπράτσο της—κοντά στις θύρες, εκεί που πονούσε—και διέκοψε. Δεν ήθελε η μικρο-κατάδυση να απορροφήσει όλη της την προσοχή. Αυτό μόνο της έλειπε εκείνη την ώρα.
Για το αίμα που έτρεχε από την θύρα της δεν προλάβαινε να κάνει κάτι. Έβαλε απλώς γάντια, πήρε έναν σφραγισμένο επίδεσμο και τύλιξε ολόκληρη την θύρα, πάνω από το δέρμα, ώστε να κρύψει το αίμα, να μην φανεί. Μετά το φαρμακείο και την Παραβίωση ίσως να είχε λίγο χρόνο για κάτι καλύτερο.
Η ένδυση τώρα.
Άνοιξε την βαριά δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Μέσα στο σπίτι η Τασία φορούσε τις “Τρεις Άμυνες” δηλαδή: εσώρουχα, το φόρεμα του κανόνα της και μια ρόμπα. Δεν ήταν τυχαία τα υλικά των ρούχων της ούτε και ο τρόπος που εφάρμοζαν μεταξύ τους. Αν το πρωτόκολλο της ένδυσης εφαρμοζόταν αμέσως μετά την απολύμανση, εξασφάλιζε εξαιρετική προστασία την ώρα της Παραβίωσης.
Ντύθηκε με γρήγορες σταθερές κινήσεις. Τα χέρια της, από μόνα τους, ακολούθησαν το τυπικό της Μονής. Από πάνω φόρεσε το σκουφάκι της. Περνώντας μπροστά από τον καθρέφτη, έριξε μια τελευταία ματιά.
Επιτέλους, έτοιμη. Μπορούσε να ξεκινήσει.
Στάθηκε, εντελώς ακίνητη, μπροστά στην πόρτα. Έστησε αυτί. Τίποτα. Νεκρική ησυχία. Από εδώ και πέρα, έμπαινε σε ναρκοπέδιο. Θα ήταν εκτεθειμένη, τα πάντα μπορούσαν να συμβούν.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άραγε θα τα κατάφερνε να πάει και να έρθει χωρίς να την ακούσει η Κυρία; Πόσο μακριά της φάνηκε ξαφνικά το φαρμακείο. Από εκεί κρέμονταν όλα όμως.
Έπιασε το πόμολο και, όσο πιο σιγά μπορούσε, το πίεσε να ανοίξει.
* * *
Το δωμάτιο της Τασίας ήταν στην άκρη του σπιτιού. Ο διάδρομος που οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Η Τασία δεν ήθελε να ανάψει φως γιατί θα το έβλεπε η Κυρία, αν ήταν ξύπνια. Προχώρησε στα ακροδάχτυλα χωρίς να διακρίνει πού πατούσε. Με το αριστερό της χέρι άγγιζε ίσα-ίσα τον τοίχο. Δεν τρόμαξε όταν σκόνταψε σε ένα μαστοράκι, μια από τις συσκευές για τις δουλειές του σπιτιού. Γι’ αυτό είχε το χέρι της στον τοίχο. Στηρίχτηκε εκεί και πάγωσε, περιμένοντας. Όμως το μαστοράκι ήταν χαλασμένο. Απ’ το σπρώξιμο έχασε την ισορροπία του. Τα ποδαράκια του μπλέχτηκαν και πέφτοντας, χτύπησε το αλάρμ του.
“Μπιιιιπ”. Σκατά!
“Τασία; Εσύ είσαι;”, ακούστηκε αμέσως η φωνή της Κυρίας.
Μήπως να μην απαντούσε; Αλλά αν η Κυρία έβγαινε να δει τι ήταν ο θόρυβος;
“Μάλιστα Κυρία…”, απάντησε ξέπνοα.
Δεν είχε επιλογή. Έπρεπε να παρουσιαστεί, να τη δει τουλάχιστον η Κυρία.
“Έφτασα αμέσως”, συμπλήρωσε.
Ψυχραιμία. Μπορεί να μην έκαναν αμέσως την Παραβίωση. Να της δινόταν άλλη μια ευκαιρία.
Έκανε στην άκρη το πεσμένο μηχάνημα και προχώρησε. Στάθηκε έξω απ’ την πόρτα της Κυρίας. Έστησε αυτί. Ησυχία. Χτύπησε, περίμενε μια στιγμή, και άνοιξε, όσο πιο διακριτικά μπορούσε.
“Τον νου σου στο φαρμακείο”, θύμισε στον εαυτό της. Η Κυρία δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Καθόλου μα καθόλου.
Μπήκε, και αμέσως στάθηκε. Ήθελε προσοχή τώρα.
Φόρεσε γάντια, μάσκα και καλύμματα ποδιών. Πάνω από την ρόμπα της έριξε μια ποδιά. Αυτά ήταν τα εντελώς απαραίτητα. Όμως, τον ισοσταθμιστή, την στολή, και τα υπόλοιπα σύνεργα της Παραβίωσης τα άφησε εκεί που βρίσκονταν. Αν η Κυρία δεν τα έβλεπε, μπορεί και να τα ξέχναγε, προς στιγμή.
Οι θύρες της; Εντάξει, στη θέση του ήταν ο επίδεσμος.
Προχώρησε πιο μέσα.
Άνω-κάτω ήταν το δωμάτιο. Η Κυρία δεν φαινόταν. Όσο για τον Κύριο, ήταν στην βάση του. Το λαμπάκι έδειχνε πως ακόμη φόρτιζε.
Η Τασία πήγε στην τουαλέτα και χτύπησε μαλακά την πόρτα.
“Κυρία; Εκεί είστε;”. Πού αλλού θα ήταν; “Χρειάζεστε κάτι;”, επέμεινε.
Καμία απάντηση.
Γύρισε και περιέφερε το βλέμμα της. Μετά, πολύ αποφασιστικά, πήγε κι’ έκλεισε παντζούρια και κουρτίνες. Αυτό και μόνο συνέφερε κάπως τα πράγματα.
Η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε απότομα.
Η φιγούρα της Κυρίας στεκόταν κόντρα στο φως, που τώρα ερχόταν από την τουαλέτα. Φορούσε μια μακριά, μπλε ρόμπα που τόνιζε το πρόσωπο και τον λαιμό της.
Πόσο την φοβόταν η Τασία αυτή την πρώτη ματιά της ημέρας. Το βλέμμα της Κυρίας κλείδωνε στο δικό της και στα αυτιά της Τασίας ακουγόταν σαν ερώτηση που απαιτούσε απάντηση: “Πες μου την αλήθεια. Αηδιάζεις που με βλέπεις; Σου φαίνομαι τέρας;”
Η Τασία δεν ήξερε τι να κάνει. Η αλήθεια ήταν πως η Κυρία δεν ήταν άσχημη. Κάτω απ’ τις πληγές της ίσως και να μην ήταν καθόλου άσχημη. Όμως το χτικιό είχε καταστρέψει την όψη της, όπως και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Τους είχε κάνει σκλάβους της Παραβίωσης, αφού μόνο το αίμα ζωντανού δότη μπορούσε να κρατήσει τις πληγές της αρρώστιας σε λογαριασμό.
Τι να της απαντούσε; Πώς να την καθησυχάσει;
Έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. Και μετά, με φωνή που προσπάθησε να ακουστεί αθώα, είπε:
“Α, εδώ είστε καλέ Κυρία; Γιατί δεν μου απαντάτε; Ανησύχησα!”
“Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;”, τσίριξε με απρόσμενη ένταση η Κυρία. “Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι; Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;”
Η στριγκή φωνή της έτρεμε από αγανάκτηση. Το κορμί της διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια αναπνοή και συνέχισε με νέα ένταση.
“Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!”
Η Τασία, ασυναίσθητα, έκανε πίσω. Έριξε το βλέμμα κάτω, είδε κάτι ρούχα πεσμένα και καμώθηκε πως τα μαζεύει.
Εκείνη την στιγμή ο Κύριος αποφάσισε να δώσει σημεία ζωής. Η κάμερα του άνοιξε και ολόκληρη η συσκευή κύλησε λίγο μπροστά.
“Καλημέρα χρυσή μου”, είπε στην Κυρία.
“Α, ώστε μας θυμήθηκες;”
“Μα γιατί το λες αυτό;”, διαμαρτυρήθηκε ο Κύριος χαμηλόφωνα.
Η Κυρία, αντί να του απαντήσει, γύρισε προς την Τασία.
“Άσε τις βλακείες και άντε να μου φτιάξεις το σιρόπι μου”, είπε, σε ελάχιστα ηπιότερο τόνο.
Να η ευκαιρία! Η κουζίνα δεν φαινόταν από το δωμάτιο της Κυρίας. Όσο θα έβραζε το σιρόπι, μπορεί η Τασία να προλάβαινε να πεταχτεί μέχρι το φαρμακείο.
Κι’ αν την φώναζε στο μεταξύ η Κυρία; Ήταν πολύ επικίνδυνο. Αλλά τι άλλη επιλογή είχε;
Άφησε τα ρούχα που κρατούσε να πέσουν πάλι στο πάτωμα. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσε κάλυψε την απόσταση μέχρι την πόρτα, βγήκε, και την έγειρε πίσω της.
* * *
Μπαίνοντας στην κουζίνα η Τασία πρόσεξε να μην κλείσει η πόρτα πίσω της. Ήθελε να ακούει τι γινόταν στην κρεβατοκάμαρα της Κυρίας.
Πέταξε στην καραντίνα τα προστατευτικά που φορούσε και έριξε μια ματιά στον χώρο. Ευτυχώς τα πάντα ήσαν εντάξει. Ο δίσκος με το πρωινό της Κυρίας περίμενε πάνω στον πάγκο.
Δεν έμενε παρά να βάλει το σιρόπι της Κυρίας να βράζει και να τρέξει στο φαρμακείο. Αν έκανε πολύ γρήγορα—και ήταν πολύ τυχερή—μπορεί και να τα κατάφερνε.
Έβαλε φρέσκα γάντια και μάσκα και άνοιξε το ντουλάπι όπου φύλαγε τα μαντζούνια για τα μεντς—αυτό ήταν το κανονικό τους όνομα, “σιρόπι” ήταν αστείο της Κυρίας.
Πήρε μια κουταλιά από δυο-τρία, εντελώς σίγουρα συστατικά και τα ανακάτεψε με λίγο γάλα. Μόλις έβραζε το μείγμα, θα γινόταν ένα παχύρρευστο υγρό.
Το χτύπησε να διαλυθούν οι σβώλοι και το έβαλε στη φωτιά. Ρύθμισε τον θερμοστάτη στο πιο χαμηλό και…
“Ντιν-Ντον”. Ο διαπεραστικός ήχος πριν κάθε δημόσια ανακοίνωση της Αρχιεπισκοπής αντήχησε σε όλα τα δωμάτια.
Ρίγος διέτρεξε την πλάτη της. Μα τώρα έπρεπε; Την ώρα που ήταν έτοιμη να γλιστρήσει έξω;
Αναγκαστικά, στάθηκε να ακούσει.
Νέα επιδημία αίματος! Το ενημερωτικό δελτίο απαρίθμησε τα χαρακτηριστικά της, έδωσε μια εβδομάδα ως προβλεπόμενη διάρκεια και έκλεισε με τις συνηθισμένες συμβουλές για προληπτικά μέτρα.
“Τασία;”, είπε η Κυρία.
Η Τασία αναπήδησε τόσο που παραλίγο να χύσει τα μεντς. Πίσω απ’ την πλάτη της ακούστηκε η φωνή της Κυρίας.
Γύρισε να την αντικρίσει. Όχι, στον διάδρομο ήταν. Τρόμαξε φαίνεται απ’ την ανακοίνωση και βγήκε απ’ το δωμάτιο της. Η Τασία δεν την άκουσε επειδή έκανε θόρυβο ο εκφωνητής.
“Άκουσες; Πάλι επιδημία έχουμε. Έλα αμέσως να κάνουμε την πρωινή. Και τι έγινε με το σιρόπι μου; Ακόμη; Περιμένω!”
“Βράζει Κυρία. Έφτασα”, απάντησε η Τασία μηχανικά.
Το δελτίο είχε τελειώσει. Η Τασία άκουσε την Κυρία να απομακρύνεται.
Γύρισε τον θερμοστάτη στο τέρμα και έριξε μια ματιά στον Υμηττό, απέναντι.
Αυτό ήταν! Η Κυρία περίμενε. Ο χρόνος μετρούσε ανάποδα. Πουθενά δεν μπορούσε πια να πάει.
Και την πρωινή; Πώς θα την έβγαζε; Με τόσο χαμηλό αιματοκρίτη το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει ήταν να μείνει στον τόπο την ώρα της Παραβίωσης, να τελειώνει.
Όσο για το φαρμακείο, μετά την ανακοίνωση θα γινόταν της κακομοίρας. Οι έλεγχοι της Αρχιεπισκοπής θα πολλαπλασιάζονταν ενώ στους δρόμους το χύμα αίμα θα κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτο—ρώσικη ρουλέτα κανονική! Αλλά δεν τα έλεγε το δελτίο αυτά.
Ναι, αλλά τώρα τι θα έκανε; Μήπως να έλεγε κάτι στον Κύριο; Ευγενικά της συμπεριφερόταν πάντα, η αλήθεια ήταν. Αλλά τι μπορούσε να της κάνει; Η συσκευή τηλε-παρουσίας μόνο να παρακολουθεί του επέτρεπε. Και—το κυριότερο—αν μάθαινε τι συνέβαινε, προτεραιότητα του θα ήταν η προστασία της Κυρίας, όχι της Παραμάνας της.
Τότε μήπως να δοκίμαζε με την Κυρία, κατ’ ευθείαν; Αλλά τι θα της έλεγε; Τι μπορούσε να της πει; Αφού, στο τέλος-τέλος, η Κυρία ήταν η άρρωστη, αυτή βρισκόταν στην ανάγκη. Με την Τασία θα καθόταν να ασχοληθεί; Την δική της υγεία θα κοίταγε.
Τίποτα—μόνη της έπρεπε να το αντιμετωπίσει η Τασία.
Το μείγμα ξεκίνησε να φουσκώνει. Το έβγαλε απ’ τη φωτιά και το έχυσε στο θερμός της Κυρίας που ήταν στον δίσκο.
Κανονικά, έψαχνε πολύ τον συνδυασμό που έδινε στην Κυρία κάθε πρωί. Να είναι του γούστου της αλλά να περιέχει και κάτι απρόσμενο. Και, προ παντός, να μην της κάνει ζημιά. Σήμερα, όμως, δεν είχε χρόνο για τέτοια πράγματα—σήμερα που μπορεί να ήταν η τελευταία φορά.
Πολύ προσεκτικά, άγγιξε με την άκρη της γλώσσας της μια σταγόνα που είχε απομείνει στο μπρίκι. Έπρεπε να έχει μια ιδέα τουλάχιστον.
Έκλεισε τα μάτια.
Μοβ, κρύο βαρύ, γέλιο υστερικό, ανελέητη καταδίωξη…
Άνοιξε τα μάτια.
Ναι, αυτά όλα αντιστοιχούσαν σε πράγματα που, γενικά, άρεσαν της Κυρίας—το γούστο της ήταν πολύ ιδιαίτερο. Ο περισσότερος κόσμος ήθελε απλώς περιπέτειες.
Αλλά δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο. Η ώρα είχε φτάσει.
Έριξε μια τελευταία ματιά στην κουζίνα. Μετά πήρε τον δίσκο και βγήκε. Σε ικρίωμα ένιωθε πως ανέβαινε.
* * *
Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Άνοιξε, με τον αγκώνα, την πόρτα της Κυρίας. Στάθηκε στην είσοδο. Από μέσα τίποτα δεν ακουγόταν. Ακούμπησε τον δίσκο στον πάγκο. Πέταξε στην καραντίνα τα παλιά προστατευτικά και φόρεσε καινούργια. Από πάνω έβαλε την ολόσωμη στολή της Παραβίωσης. Βεβαιώθηκε πως οι τρύπες της στολής ήταν ευθυγραμμισμένες με τις θύρες στο μπράτσο της και πως ο επίδεσμος δεν είχε φύγει από την θέση του.
Έβγαλε τον ισοσταθμιστή από το ντουλάπι που τον φύλαγαν. Παραβίωση γινόταν και με ένα σωληνάκι μόνο. Όταν όμως μεσολαβούσε ισοσταθμιστής στο κύκλωμα, η διαδικασία τέλειωνε πιο γρήγορα και με πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια. Όλα τα καλά σπίτια είχαν.
Αφαίρεσε την συσκευή από την πλαστική της θήκη και έλεγξε πως η μπαταρία της ήταν φορτισμένη. Άνοιξε το νεσεσέρ και βεβαιώθηκε πως είχε απ’ όλα τα απαραίτητα: λιπαντικό, σωληνάκια και επιδέσμους.
Κρέμασε τον ισοσταθμιστή στον ώμο, έπιασε το νεσεσέρ με την μασχάλη της, σήκωσε τον δίσκο και προχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου.
Οι κινήσεις της ήταν βαριές, η αναπνοή της ρηχή και σφυριχτή. Δεν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο. Το σώμα της, ολόκληρο, γνώριζε πως σε λίγο μπορεί να πέθαινε με σπασμούς. Ή οι πληγές της Κυρίας να μην έκλειναν. Αλλά είχε προσπαθήσει να μην φτάσουν εκεί τα πράγματα. Τι άλλο να έκανε;
Βρήκε την Κυρία και τον Κύριο να στέκονται στις δυο απέναντι γωνίες του δωματίου. Η Κυρία ανακάτευε κάτι ρούχα, ο Κύριος είχε την κάμερα του κλειστή. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη.
Ακούμπησε τα πράγματα στο κομοδίνο και έδωσε το θερμός στην Κυρία να πιει μια γουλιά—ήξερε πως την ήθελε. Πλησιάζοντας, της έριξε μια γρήγορη ματιά. Δεν ήταν καλά, δεν ήταν καθόλου καλά. Τι να της έκαναν τα μεντς; Αίμα χρειαζόταν, Παραβίωση. Άμεσα.
Διστακτικά, η Τασία της έκανε χώρο να περάσει προς το κρεβάτι, να ξεκινήσουν. Όμως η Κυρία κούνησε το κεφάλι της, σαν να μην καταλάβαινε. Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Μόλις είχε πιει την πρώτη γουλιά μεντς της ημέρας. Η προσοχή της ήταν αλλού.
Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, η Τασία έπιασε να τακτοποιεί το δωμάτιο. Το μυαλό της έτρεχε. Χάλια ήταν η Κυρία. Αλλά μήπως, παρ’ όλα αυτά, υπήρχε περίπτωση να καθυστερούσε λίγο ακόμη η Παραβίωση; Να προλάβαινε να πάει στο φαρμακείο;
Ακολούθησε μια δυσάρεστη σιωπή για τρία-τέσσερα λεπτά.
“Τασία;”, είπε χαμηλόφωνα ο Κύριος.
Η κάμερα του είχε ανοίξει στο μεταξύ. “Μάλιστα Κύριε;”, απάντησε στον ίδιο χαμηλό τόνο.
“Μα καλά, δεν βλέπεις;”
Δήθεν ανήξερη, η Τασία γύρισε και κοίταξε την Κυρία. Τώρα είχε πιαστεί από το περβάζι και με τα δυο της χέρια. Το σώμα της έτρεμε ελαφρά. Οι πληγές της είχαν φουσκώσει και σαν να πάλλονταν.
Η Τασία ξερόβηξε να της τραβήξει την προσοχή. “Κυρία, να ξεκινήσουμε την Παραβίωση σας, όπως λέει και ο Κύριος;”, πρότεινε μαλακά.
Ούτε αυτή την φορά απάντησε η Κυρία. Λίγο αργότερα όμως, άφησε έναν μικρό αναστεναγμό, τίναξε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να έδιωχνε κάποια σκέψη, και ξεκίνησε προς το κρεβάτι. Η Τασία ξανακοίταξε τον Κύριο. Είδε την κάμερα του να κινείται επιτακτικά. Αυτό ήταν. Ο θεός να βάλει το χέρι του τώρα.
Έψαξε για το σκαμνάκι της. Κάτω απ’ το κρεβάτι ήταν. Το ψάρεψε και το έστησε στο ύψος του στέρνου περίπου της Κυρίας, που είχε ξαπλώσει στο μεταξύ.
Σήκωσε μια χούφτα σωληνάκια στο φως και τα εξέτασε προσεκτικά. Πολύ συχνά είχαν ελαττώματα. Διάλεξε δύο που της φάνηκαν γερά και τα ακούμπησε στον δίσκο. Μετά, άφησε το ένα να πέσει κάτω.
Έσκυψε να το πιάσει. Και ταυτόχρονα, όσο δεν την έβλεπε η Κυρία, χαλάρωσε ελαφρά τον επίδεσμο στο μπράτσο της, ίσα-ίσα να χωράνε τα σωληνάκια να περάσουν από κάτω και να φτάσουν μέχρι τις θύρες της. Ανασηκώθηκε πάλι.
Έγδυσε το σωληνάκι απ’ το προστατευτικό του περίβλημα και του έβαλε λιπαντικό και στις δυο άκρες. Σύνδεσε την μια άκρη του στην υποδοχή του ισοσταθμιστή. Την άλλη άκρη την πέρασε ανάμεσα στο επίδεσμο και την σύνδεσε με την θύρα εισόδου, στην βασιλική φλέβα, πάνω απ’ τον αριστερό της αγκώνα. Μετά, πήρε το άλλο σωληνάκι και επανέλαβε τα ίδια στην θύρα εξόδου, στην κεφαλική της φλέβα, κάτω απ’ τον αγκώνα.
Η Κυρία είχε μια μόνο θύρα στη μέση φλέβα. Ήταν προσωρινής χρήσης, όχι όπως της Τασίας, και ήθελε προσοχή γιατί ήταν ευαίσθητη. Προσέχοντας μην πονέσει την Κυρία, η Τασία σύνδεσε και την δική της θύρα με τον ισοσταθμιστή. Η ροή του αίματος ήταν από την έξοδο της Τασίας προς τον ισοσταθμιστή και από εκεί στην θύρα της Κυρίας. Στην είσοδο της Τασίας θα συνδεόταν η φιάλη αίματος από το φαρμακείο, αν είχε καταφέρει να πάει ως εκεί. Πάντως, ο ισοσταθμιστής δεν ξεκίναγε αν δεν ήταν κι’ αυτή η θύρα συνδεμένη για να είναι σφραγισμένο το κύκλωμα.
Μόλις ολοκληρώθηκαν οι συνδέσεις, η Τασία ένιωσε στα ακροδάχτυλα της το χαρακτηριστικό γουργούρισμα—σαν γάτα—που έκανε η συσκευή.
Η αναπνοή της Κυρίας ακουγόταν λαχανιασμένη. Ζοριζόταν. Η Τασία της έριξε άλλη μια γρήγορη ματιά. Την πέτυχε με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε σπασμωδικά. Η Τασία βιάστηκε να απομακρύνει το βλέμμα της, μην την ανησυχήσει. Δεν χρειαζόταν να την κοιτάει. Απ’ την ανάσα της και μόνο καταλάβαινε πώς ένιωθε.
Όλα έτοιμα. Τα λαμπάκια του ισοσταθμιστή είχαν ανάψει, σημάδι πως είχε οπλίσει. Η Τασία γύρισε προς τον Κύριο. Αυτός κατάλαβε, και έκλεισε αμέσως την κάμερα του. Η Κυρία δεν ήθελε να την βλέπουν την ώρα της Παραβίωσης. Δεν ήταν άσχημο το θέαμα, απλώς η ίδια δεν ήθελε.
Η Τασία πάτησε, αποφασιστικά, το μεγάλο κόκκινο κουμπί της συσκευής. Στο τέλος-τέλος, Παραμάνα ήταν, σκέφτηκε. Αυτός ήταν ο προορισμός της.
Το αίμα ξεκίνησε να ρέει. Πότε θα άρχιζε να νιώθει τα πρώτα συμπτώματα; Ευχήθηκε να ήταν γρήγορα.
* * *
“Ωπ, παρντόν”, ακούστηκε η φωνή του Κυρίου.
Η Τασία άνοιξε τα μάτια της. Πρώτα κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Στα μισά ήταν ακόμη. Μετά, τον Κύριο. Είχε ανοίξει την κάμερα να δει αν τελείωσαν.