Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε το ταβάνι, χωρίς να το βλέπει.
Πάμε. Μην σε πνίξει, ξεκίνα από κάτω. Πατούσες, γάμπες, γόνατα. Οκ; Πόδια, πώς
Και πριν ακόμη ανοίξει τα μάτια της, έστρεψε, όπως είχε διδαχθεί, την προσοχή της στο σώμα της. Ανοιγόκλεισε τα χέρια της και
(Πέφτω απότομα, από ψηλά. Μετά, ένα τρύπημα στο στήθος, σαν σουβλί). “Άντε γαμήσου! Μαλακισμένη!”, λέω μέσα μου.
Ανέπνευσε, ανέπνευσε βαθιά. Αλλά ήταν ρηχή η αναπνοή της, σαν αγκομαχητό. Ξαναπροσπάθησε. Και ξανά. Ώσπου κατάφερε κάπως, να ανασάνει.
Έβαλε κόντρα, με το χέρι, να σταθεί. Κάτι κρύο ένιωσε — υγρό ήταν; Δεν ήταν καλό αυτό, καθόλου καλό. Ανατρίχιασε. Προσπάθησε να κοιτάξει. Το κεφάλι της είχε μαγκώσει. Το έστριψε, με τη βία, και κοίταξε, τα χέρια της, και το σεντόνι.
Αίμα! Πάλι αίμα. Κι’ ούτε μήνας δεν είχε περάσει απ’ την τελευταία φορά. Όλα μαύρισαν.
“Η Κεφαλή!”, λέμε, και ακούμε, ταυτόχρονα.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα βήματά της, να πλησιάζουν. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Ανέπνευσε. Μία φορά, δύο. Μετά, πολύ προσεκτικά, ανασηκώθηκε. Οι θύρες της είχαν ανοίξει, πάλι. Εντάξει, εντάξει! Ο πανικός δεν βοηθούσε σε τίποτα. Πρώτα έπρεπε να μετρήσει και μετά να αποφασίσει — και να συμμαζέψει το δωμάτιο, οπωσδήποτε.
Τέντωσε το χέρι προς το κομοδίνο, δίπλα της. Έπιασε τον αναλυτή. Σκούπισε με την πίσω του πλευρά την θύρα εξόδου της. Μετά τον γύρισε απ’ την άλλη και τον σύνδεσε. Δέκα δευτερόλεπτα ήθελε. Ψυχραιμία.
Η Κεφαλή φτάνει εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Πρώτα η μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και μετά, να τσιρίζουμε όλα μαζί. Αχ, πώς κάνουμε. Ούτε να σκεφτούμε δεν μπορούμε.
Εικοσιοκτώ τα εκατό, έδειξε ο αναλυτής. Εικοσιοκτώ. Με όριο τα τριάντα δύο. Ούτε συζήτηση, για Παραβίωση, με τέτοιο νούμερο. Και πόσο μάλλον η πρωινή, που ήταν η πιο βαριά. Άρα έπρεπε να συμπληρώσει το αίμα που της έλειπε. Να τρέξει μέχρι το φαρμακείο και να αγοράσει μια, ίσως και δυο φιάλες, αν έβρισκε. Ναι, αλλά πώς, χωρίς να την πάρει είδηση η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ’ την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια απ’ την εταζέρα και τα έστρωσε, επιμελώς ακατάστατα, να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε πάνω τους. Το μάτι της Κυρίας αμέσως τα έπιανε κάτι τέτοια. Κι’ αν τα μύριζε; Μπα, αποκλείεται να έμπαινε στον κόπο.
xxx
Έστησε αυτί. Τίποτα, νωρίς ήταν ακόμη. Κι’ αν πεταγόταν τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, στο φαρμακείο; Γιατι έπαιρναν ώρα. Μπορεί να ξυπνούσε, στο μεταξύ, η Κυρία.
Αλλά πώς θα έβγαινε άπλυτη έξω; Μετά, θα έπρεπε να πετάξει ολόκληρη την στολή. Και η Κυρία; Τι θα της έλεγε; Όχι, δεν γινόταν να τα αποφύγει. Απλώς έπρεπε να κάνει γρήγορα.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της, πήρε μια αναπνοή, και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Πρώτα η ζέστη. Μισόκλεισε τα μάτια και προχώρησε. Αλλά πόσο να κρατούσε την αναπνοή της; Η μυρωδιά του απολυμαντικού της έγδαρε τον λαιμό.
Παίρνοντας όσο το δυνατόν πιο μικρές αναπνοές, έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.
Έκανε πιπί—Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο κάτω. Τι καλά! Τι καλά! Όλοι τραγουδάμε, γιορτάζουμε. Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, μας φεύγουν. Τα κάνουμε, τα νιώθουμε, τα τσισάκια, να κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή, είναι μέσα απ’ την στολή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Μια στιγμή ακόμη.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική θυρίδα της καραντίνας, πρόσεξε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Σταμάτησε και έπλυνε τα χέρια της άλλη μια φορά, δίνοντας προσοχή στα νύχια, στους καρπούς και ανάμεσα στα δάχτυλα.
Πέταξε παντόφλες και καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.