2026-05-25
01.02.02 στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε τα αφεντικά της να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.
Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα πιο πέρα και έβγαλε να πιει μια γουλιά μεντς. Η συσκευή του Κυρίου πάρκαρε δίπλα της. Η Τασία βεβαιώθηκε πως κανείς απ' τους δυο τους δεν ήταν εκτεθειμένος στον ήλιο και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου.
Το πολύ πέντε λεπτά. Κανόνισε την πορεία σου.
Στο εσωτερικό του φαρμακείου οι Παραμάνες ήσαν μεταξύ τους, συνήθως. Αν, τυχόν, έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, ήξεραν, και το απέφευγαν.
Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Χασκογελούσαν μεταξύ τους αλλά έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τους τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους διαγράφονταν κάτω απ' τις στολές.
"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"
Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν, κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.
Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε την ομάδα των Παραμάνων και πήγε και στάθηκε στο πρώτο γκισέ.
Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.
"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"
Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.
"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις;"
Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.
Δεν είμαι χτεσινή, δεν με ξεγελάει η προσωρινή ψευτο-ασφάλεια που νιώθω. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο δεν μπορούν να δουν τι κάνω. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' τις Τράπεζες. Ελπίζω πως δεν μπορούν να με ακολουθήσουν. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από έναν κάδο ανακύκλωσης και περιμένω να χτυπήσει το Σήμαντρο.
Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά νιώθω υπερήφανη. Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές με μεγάλα μαστάρια και μπούτια.
Στο δικό τους το μυαλό, πάχος, ίσον παραγωγικότητα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν παν να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, εκεί, το χαβά τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς τόσο περισσότερο πλάσμα παράγει. Γι' αυτό και το στάνταρ παραμανικό ντι εν έι κωδικοποιεί την συγκεκριμένη προδιάθεση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί, ούτε πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες. Οπότε, γιατί με κυνηγάνε; Είναι άδικο, τόσο άδικο!
Η υπάλληλος τελείωσε και σήκωσε το κεφάλι.
"Καλημέρα σας. Η Αγγελική; Στην αποθήκη είναι σήμερα;"
"Τι θα θέλατε;"
"Να μιλήσω με την Αγγελική".
"Εννοώ, τι θέλετε να παραγγείλετε;"
"Μπορώ να μιλήσω με την Αγγελική, δυο λεπτά;"
"Πέστε μου εμένα".
"Άρρωστη είναι; Ή είναι πίσω;"
"Δεν βλέπετε πόσο κόσμο έχουμε; Δώστε μου την παραγγελία σας".
Η Τασία κατάλαβε και σταμάτησε. Πήρε μια αναπνοή. Μετά, με ψύχραιμο ύφος ζήτησε τέσσερεις φιάλες. Μόνο που δεν γέλασε η υπάλληλος. Λόγω πανδημίας, είπε, μόνο μία μπορούσε να διαθέσει, ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική, τώρα, είχε σοβαρότερα προβλήματα. Πήρε την φιάλη, χρέωσε τον λογαριασμό της Κυρίας και απομακρύνθηκε.
Βγήκε τρέχοντας, και με το κεφάλι κάτω. Οι άλλες Παραμάνες ακόμη σχολίαζαν.
Στον προθάλαμο του Φαρμακείου αναγκαστικά, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη αίματος στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της.
Για να μην μου λέει τίποτα αυτή, πρέπει να την συνέλαβαν, την Αγγελική! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε;
Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στην πλατεία, μήπως;
Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Ευτυχώς, η Κυρία δεν είχε κουνηθεί απο εκεί που την είχε αφήσει. Όμως το σώμα της τώρα έγερνε και το βλέμμα της ήταν απλανές. Χαμένη στα μεντς ήταν. Αν δεν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, να της αποσπάσει την προσοχή, μπορούσε να λιποθυμήσει — ή και χειρότερα — χωρίς να το καταλάβει.
Όσο για τον Κύριο, κατά την διάρκεια της ημέρας, σπανίως ευκαιρούσε να μπει ονλάιν. Δεν μπορούσε να βασιστεί κανείς σ' αυτόν.
"Κυρία;"
Η Κυρία ζορίστηκε φανερά να περιμαζέψει την προσοχή της. Όταν το βλέμμα της κατάφερνε να εστιάσει στην Τασία πήγε να ανοίξει το στόμα της να πει κάτι. Αλλά, άλλαξε γνώμη. Έριξε μόνο μια ματιά προς την συσκευή του Κυρίου, μετά έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.
01.02.03 καθ οδόν
Από το φαρμακείο μέχρι την πλατεία ήταν δέκα λεπτά δρόμος. Η συσκευή του Κυρίου δυσκολευόταν με το οδόστρωμα που ήταν γεμάτο λακκούβες αλλά κούτσα-κούτσα τα κατάφερνε.
Η Τασία περπατούσε κρατώντας το βλέμμα της στραμμένο προς τα αριστερά, ώστε να μην χρειάζεται να βλέπει την Πεντέλη.
Κάνουμε βήμα στο προαύλιο. Τα κτίρια της Μονής — της Ιεράς καί Σεβασμίας Μονής του Παντοκράτορα Ταώ Πεντέλης, όπως είναι το επίσημο όνομά της — υψώνονται πάνω απ' τα κεφάλια μας. Κάπως μου μου φαίνονται, όταν τα κοιτάω, αλλά δεν ξέρω πώς ακριβώς. Οι Γέροντες λένε πως κάποιοι από τους τοίχους αυτούς στέκουν επί εκατοντάδες χρόνια. Αλλά σημαίνει κάτι αυτό; Τι σχέση έχει η Μονή με αυτό που ήταν παλιότερα;
Ούτε γιατί μας βάζουν να κάνουμε βήμα, καταλαβαίνω. Σε τι θα μας χρειαστεί, όταν θα υπηρετούμε στα Λαϊκά των πόλεων; Αντίθετα, τα τραγούδια που λέμε, όσο βηματίζουμε, μού αρέσουν — σε όλους μας αρέσουν. Μιλάνε για τις κόκκινες σταγόνες (το σήμα των Παραμάνων), για τους ανθρώπους στις πόλεις που μας έχουν τόσο ανάγκη, για την Αρχιεπισκοπή που κάνει τα πάντα για μας και πολλά άλλα. Τα περισσότερα είναι εύθυμα αλλά υπάρχουν και μερικά λυπητερά Κάποιες φορές μου αρέσουν περισσότερο αυτά.
Προσπερνάμε τις Τράπεζες — εκεί που τρώμε — και συνεχίζουμε προς Κοιτίδες. Τις θυμάμαι ακόμη, πολύ καλά, αν και θα προτιμούσα να μην, όπως και οι περισσότεροι, νομίζω.
Η 25ης Μαρτίου δεν είχε κίνηση. Θα πύκνωνε αργότερα, όταν θα πλησίαζαν την πλατεία, όπου ήταν μαζεμένα τα Κυβερνητικά. Σε αυτά ζούσε ο κόσμος. Σε ιδιωτικές κατοικίες ελάχιστοι απέμεναν.
Οι παλιές πολυκατοικίες ήταν οι πρώτες που εγκαταλείφθηκαν. Σκέτοι οι σκελετοί τους έχασκαν τώρα, αν δεν είχαν πέσει κι' αυτοί. Τα χαμηλά σπίτια είχαν καλύτερη τύχη. Πολλά κατοικούνταν ακόμη αλλά και όσα είχαν εγκαταλειφθεί, έμοιαζαν σαν οι ιδιοκτήτες τους να επρόκειτο να επιστρέψουν σε λίγο. Τα χαλάσματα ήσαν μετρημένα. Από μακριά, η εικόνα που πρόβαλλαν ήταν περίεργα ομοιογενής. Το μόνο που διατάρασσε το τοπίο ήταν η ερημωμένη Αττική Οδός που χώριζε το Χαλάνδρι από τα Βριλήσσια.
Αν ήμουνα κυρία θα μπορούσα να παίρνω μέντς κι' εγώ. Να μην βλέπω, να μην ακούω, να είμαι αλλού. Να κάνω ό,τι θέλω. Η Κυρία, για παράδειγμα, είμαι σίγουρη πως τρώει μωρά. Τα κυνηγάει, τα πιάνει και τα τρώει. Γιατί; Γιατί όχι; Για πλάκα. Κι' εγώ το ίδιο θα έκανα, αν μπορούσα. Μωρά ή κάτι παρόμοιο. Και μάλιστα, δημόσια, ανάμεσα σε κόσμο. Να με κοιτάνε, να λένε "πω πω", και να γυρνάνε απ' την άλλη με φρίκη. Γιατί τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; Στα δικά μου τα μεντς, ό,τι θέλω εγώ θα γινόταν. Αλλά δεν γίνεται, δυστυχώς, να πάρω. Ρίχνουν την πίεση. Μεντς και Παραμάνες μαζί δεν πάνε.
Η Κυρία έγνεψε στην Τασία να περάσει μπροστά. Οι ζητιάνοι είχαν αρχίσει να γίνονται υπερβολικά πιεστικοί. Ζαλισμένη όπως ήταν απ' τα μεντς η Κυρία, δυσκολευόταν να τους παραμερίζει.
Η Τασία υπάκουσε. Κάθε που επιχειρούσε κάποιος να της απευθύνει τον λόγο, σήκωνε τα χέρια ψηλά, έκλεινε επιδεικτικά τα αυτιά της και προσπερνούσε. Κατά πρόσωπο ποτέ δεν τους κοιτούσε, άλλωστε ήξερε πολύ καλά τι προσέφεραν. Αίμα πουλούσαν οι περισσότεροι, φτηνό αίμα. Αλλά ένα θεός ήξερε πού το είχαν βρει και τι ποιότητας ήταν. Υπήρχαν απλούστεροι τρόποι να αυτοκτονήσει κανείς, λιγότερο επώδυνοι.
ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ
ΤΑ ΜΕΝΤΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΠ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ; EXPERIENTIAL PERFECTION, NO BOUNDARIES, CONNECTION WITH REAL PEOPLE IS OBSOLETE, INTIMACY IS OBSOLETE
LIFE -- NOT LIFE, REALITY (PHYSICAL AND SOCIAL) -- IS UNBEARABLE. PARABIOSIS AND MEDS ARE VITAL
EXPLAIN (NOT) AWAY; MAKE IT (NOT) SAFE