Ανεμομαζώματα

2026-05-08

01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Δυσκολευόταν να εστιάσει.

Συγκεντρώσου, μάζεψε το μυαλό σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου αλλά το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Όμως νάτο, το αίμα, νάτο — το νιώθω. Κολλάει και γλιστράει ταυτόχρονα. Σαν φίδι.

Λοιπόν. Πάλι αιμορραγία έχουμε! Πάλι!

Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή που μετρούσε το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της από τα αίματα και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.

Κοίταξε, μια στιγμή, το χρονόμετρο. '6' έλεγε.

"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Νάτη, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι, και μετά, το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.

Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28%'.

Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την Παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Θα λιποθυμήσω με το που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας. Αλλά και αυτό να μην γίνει, δεν θα πλυθεί καλά το αίμα της και θα φανεί αυτό μετά. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Τίποτα, δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι όμως η Αγγελική εκεί; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτα.

Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω κάτι μέσα και κολλήσει η Κυρία; Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Τα πρωτόκολλα είναι απαράβατα. Να τα κάνω γρήγορα — αυτό είναι το μόνο που περνάει απ' το χέρι μου.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.

Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα.

Μωρέ δεν μας παρατάς τώρα κι' εσύ;

Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.

Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.

Γρήγορα! Πιο γρήγορα.

Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.

Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Κάθαρση τέλος. Σειρά της Ένδυσης τώρα. Όμως κουνήσου. Πάρε τα χέρια σου!

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Άρπαξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία για την οποία είχαν σχεδιαστεί. Η πολύχρονη όμως επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.

Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Το βλέμμα της ήταν επιδοκιμαστικό.

Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.

Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!

Άνοιξε την πόρτα.

01.02.01 προετοιμασία για έξω

"Να συνεχίσουμε Κυρία;"

"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Χτύπα μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"

Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της Παραβίωσης, τον φύλαξε στην θέση του, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να το χτυπάει.

Στο μεταξύ η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, τακτοποίησε το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.

Η Τασία έλεγξε το υγρό στο φλιτζάνι. Σβόλοι δεν φαίνονταν. Το έτεινε στην Κυρία. Αυτό το πήρε, του έριξε μια ματιά, και ήπιε γρήγορα μια μικρή γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.

Αν δεν μας είχε διακόψει ο Κύριος, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα, το καταλαβαίνεις; Δεν υπερβάλλω, αλήθεια είναι. Ωραία, αλλά μας διέκοψε. Οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλήσουν και την Κυρία μόνο, μαζί μ' εμάς. Ησύχασε, ησύχασε. Μην στριγγλίζεις. Δεν βγαίνει τίποτα έτσι. Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην πρέπει να τρέχω, σε περίπτωση ανάγκης. Και, στο εξής, κάθε μέρα, σε ανάγκη θα βρίσκομαι.

Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε για τις πρώτες ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα. Αλλά ήταν νωρίς ακόμη.

"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Άντε, ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".

"Και ο Κύριος;"

"Θα τον πάρουμε μαζί".

"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"

"Κάνε ό,τι σου λέω".

Η Τασία γύρισε προς την μεγάλη ντουλάπα και την άνοιξε.

Δεν την αντέχω άλλο, δεν την αντέχω! Εγώ για το καλό της τα λέω αλλά αυτή τα παίρνει στραβά και με μαλώνει. Ούτε η Παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν ακόμη.

Η ΚΥΡΙΑ ΠΙΝΕΙ ΛΙΓΟ ΜΕΝΤΖ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ ΤΑΣΙΑ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΚΑΤΙ ΚΡΙΣΙΜΟ ΠΙΑ.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ;