2026-05-08
01.01.02 στον διάδρομο
Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο του Κυρίου και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε αργά, μεταφέροντας πολύ προσεκτικά το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.
"Χρύσα! Χρύσα! Στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;
Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.
Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".
Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της. Σε εμένα μιλάει; Είναι δυνατόν;
Ένα μαχαίρι βυθίζεται στο στήθος μου. Και μετά, αρχίζει να στριφογυρίζει.
Την γνώρισα εδώ, στα Λουτρά των Θαλάμων, μετά που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες. Όλο να την κοιτάω θέλω κι' ας μην το αντέχω. Αλλά τι ήταν αυτό που είπε; Αφού δεν επιτρέπεται, έξω από τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο. Τρελή είναι;
Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε άραγε; Δεν τολμώ, ούτε να ανοίξω το στόμα μου, ούτε να κοιτάξω ξανά προς το μέρος της.
Όταν έφτασε στην έξοδο, στάθηκε. Έστησε αυτί. Τίποτα. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.
Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι και τόσο δυνατό.
Ανάθεμα!
"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.
"Εγώ, Κυρία".
"Πού είσαι;"
"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".
Έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.
"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".
Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας έβλεπαν, έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πήγαινε να πει αυτό το "Σε καλύπτω"; Αφού θα μας έβλεπαν αμέσως, και τις δυο, έτσι και σήκωναν το βλέμμα.
Σαν τρελή τρέχω — αθόρυβα! — προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω — αθόρυβα! — μερικά σκαλιά. Εδώ, δεν φαινόμαστε, θα 'μαστε ασφαλείς. Στέκομαι. Γυρίζω. Με έφτασε, η Χρύσα. Δίπλα μου είναι, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!
Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.
Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!
Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.
Πάμε, πάμε!
Και με την Παραβίωση τι θα γίνει; Αφού δεν φτάνει το αίμα σου.
Δεν ξέρω! Παράτα με!
Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Απέναντι, η συσκευή του Κυρίου ακόμη φόρτιζε, το λαμπάκι της αναβόσβηνε. Η πόρτα του εσωτερικού μπάνιου ήταν μισάνοικτη.
"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;". Η τσιρίδα ήρθε από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, αναπήδησε απ' την άλλη.
"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;".
Έκανε πίσω άλλο ένα βήμα. Γύρισε και αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Η στριγκή της φωνή έτρεμε. Το κορμί, και ειδικά τα χέρια της, διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.
"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"
Η Τασία έκανε λίγο στο πλάι. Είδε μια πετσέτα κάτω. Έσκυψε, την μάζεψε, και ξεκίνησε να την πάει στη θέση της, στην τουαλέτα.
"Άστα αυτά", την διέκοψε η φωνή της Κυρίας. "Ήρθες να μας βάλεις και σε τάξη τώρα; Άντε να μου φτιάξεις το πρωινό μου".
Πρωινό; Και η Παραβίωση; Την ξέχασε, άραγε; Μήπως προλαβαίνω, να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, όσο θα γίνεται το πρωινό της; Κι' αν με φωνάξει στο μεταξύ;
Ακούμπησε την πετσέτα πρόχειρα σε μια καρέκλα. Με το βλέμμα κρατημένο χαμηλά διέσχισε το δωμάτιο και χώθηκε στον προθάλαμο, εκεί που δεν την έβλεπε η Κυρία. Έβγαλε την ποδιά και τα υπόλοιπα προστατευτικά και τα πέταξε. Άνοιξε την πόρτα.
"Καλημέρα αγάπη μου", ακούστηκε η φωνή του Κυρίου μέσα απ' την συσκευή.
"Α, ώστε μας θυμήθηκες;", απάντησε η Κυρία. Η φωνή της ακούστηκε διαλλακτική, παραπονεμένη σχεδόν.
01.01.04 παραβίωση
Μπαίνοντας στο δωμάτιο παρά λίγο να πέσει πάνω στον Κύριο. Η συσκευή του εμπόδιζε την είσοδο και η κάμερα ήταν γυρισμένη προς το εσωτερικό του δωματίου.
"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία. Η Κυρία κάτι πήγε να απαντήσει αλλά είδε την Τασία και σταμάτησε.
Ο Κύριος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά, ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα νεύμα προς την κατεύθυνση του και προσπέρασε. Έριξε πάνω της ένα νέο σετ προστατευτικών και πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένη η Κυρία.
"Α, ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Εδώ άσε το" είπε, και έδειξε ανυπόμονα το κομοδίνο δίπλα της.
Ξέχασε πως θέλει χτύπημα; Καλύτερα. Κι' αν μου πει να φύγω, μπορεί και να προλάβω να πάω στο φαρμακείο.
Η Τασία υπάκουσε σιωπηλά. Έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο.
Πρόσεξε πώς θα το πεις!
"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"
Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.
"Τασία, άσε τις ερωτήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις".
Η Τασία και η Κυρία κοιτάχτηκαν μια στιγμή. Τα βλέφαρα της Κυρίας πετάριζαν νευρικά. Στο τέλος η Κυρία γύρισε προς τον Κύριο και είπε υποχωρητικά.
"Μα, δεν τελειώσαμε".
"Πρώτα η υγεία σου", την έκοψε ο Κύριος. "Χωρίς αυτήν, τι νόημα έχουν όλα τα άλλα;"
"Μετά, θα μπλέξεις με την δουλειά και δεν θα μπορείς".
"Μην ανησυχείς, θα βρούμε χρόνο".
Η Κυρία έμεινε σιωπηλή.
Τώρα; Τι κάνουμε; Ξεκίνα. Δεν γίνεται να μην ξεκινήσεις. Ξεκίνα και βλέπουμε.
Η Τασία επέστρεψε στον προθάλαμο. Ο Κύριος κατάλαβε πως εμπόδιζε εκεί που στεκόταν. Πέρασε στο εσωτερικό του δωματίου και πήγε και στάθηκε σε μια άκρη. Το κυρίως δωμάτιο της Κυρίας δεν ήταν ιδιαίτερα ευρύχωρο γιατί, πέρα από τον προθάλαμο, υπήρχε ξεχωριστή τουαλέτα και βεστιάριο.
Από ένα ντουλάπι η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή, την συσκευή που ρύθμιζε την ροή του αίματος την ώρα της Παραβίωσης. Αφαίρεσε το προστατευτικό του κάλυμμα και βεβαιώθηκε πως η μπαταρία του ήταν φορτισμένη. Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε μια χούφτα αναλώσιμα και τα έριξε στην τσέπη της ποδιάς της. Μετά, έσπρωξε τον ισοσταθμιστή στα ροδάκια του να πλησιάσει το κρεβάτι της Κυρίας. Κάθισε στο καρεκλάκι που είχε για την ώρα της Παραβίωσης και άπλωσε στην ποδιά της τα αναλώσιμα να τα ξεδιαλέξει.
Τι θα απογίνω, τώρα που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας; Θα λιποθυμήσω απλώς ή χειρότερα; Και μετά, όταν θα κολλήσω, τι θα γίνει; Θα με διώξει αμέσως; Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Σταμάτα, σταμάτα. Πρώτη φορά είναι; Αφού, έτσι πάει. Σταμάτα!
Χωρίς να κοιτάει, η Τασία έλεγχε με τις άκρες των δαχτύλων της τις απολήξεις των αισθητήρων. Τους ίσιωνε, αν μπορούσε, και τους έβαζε στην άκρη, αν ήταν για πέταμα. Δούλευε γρήγορα αλλά μηχανικά. Η Κυρία περίμενε, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι.
Η Κεφαλής μας παρατάσσει έξω απ' την Κοιτίδα.
"Κλίνατε, επί δε-ξιά! Εμπρός Βάδην, Μαρς".
Εκτελούμε, μηχανικά. Αγουροξυπνημένα είμαστε ακόμα. Η Κεφαλής όλο γυρνάει και ελέγχει, μην έχει παρεκκλίνει κανείς. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πάμε Καντίνες τόσο νωρίς. Ούτε την Κάθαρσή μας δεν προλάβαμε να κάνουμε καλά-καλά. Οι Αδελφές ήταν πολύ θυμωμένες. Αλλά αφού η Κεφαλής είπε να βγούμε και να παραταχθούμε, δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.
Δεν ξέρουμε πόση ώρα περπατάμε. Μετράμε ένα-ένα τα δευτερόλεπτα. Και, ταυτόχρονα, έχουμε χάσει το μέτρημα. Όλα, μέσα μας, φωνάζουν μπερδεμένα. Καθώς εισπνέουμε, το μυαλό μας πλημμυρίζει με σκέψεις, καθώς εκπνέουμε συνεισφέρουμε τις δικές μας. Έτσι πάει, με την αναπνοή. Ένα μυαλό σε εικοσιοκτώ σώματα, τριάντα δύο, αν υπολογίσουμε και τις απώλειες.
Αλλά τώρα, σαν κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει κάτι κακό, το νιώθουμε κατά κύματα. Το βλέπουμε μπροστά, τρομάζουμε, και το μεταφέρουμε και πιο πίσω. Δεν ξέρουμε τι είναι. Όμως η Κεφαλής, δεν σταματά, συνεχίζει, επιμένει, να προχωρά.
Φοβόμαστε! Τι είναι αυτό που στέκει μπροστά μας; Πού είναι οι Καντινούλες μας; Τα Σνίπιζ; Θα είναι μόνα τους τώρα, τα κακόμοιρα.
Μπροστά μας, χάσκει μια τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του τοπίου, των ελεεινών αυτών χωραφιών. Το ξέρουμε πως είναι ψεύτικα, κι' αυτά, και τα μενεξεδένια βουνά, που φαίνονται πέρα στο βάθος. Αλλά αυτή εδώ η τρύπα, στη μέση του πουθενά, τι ρόλο παίζει; Με πόρτα μοιάζει. Πού οδηγεί; Στο εσωτερικό της δεν φαίνεται τίποτα. Άσπρο, μόνο άσπρο. Αστραφτερό. Φρικτό που είναι!
Η Κεφαλής στέκεται δίπλα ακριβώς απ' την τρύπα. Την δείχνει και μας λέει να μην χάνουμε την ώρα μας. Δηλαδή, τι; Φαντάζεται πως θα μπούμε ποτέ εκεί μέσα; Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε! Σταμάτα, μην μας βασανίζεις. Κακιά! Κακιά. Πηρούνα!
Υπακούμε. Τι άλλο να κάνουμε; Τι μπορούμε; Μέσ' το μυαλό μας βουητό και αντάρα. Θρηνούμε γοερά. Ένα-ένα πλησιάζουμε, σκύβουμε, και πηδάμε μέσα, στο πουθενά. Και, κάθε φορά, η τρύπα κάνει ένα 'ποπ', 'ποπ', 'ποπ'. Ποιος να το έλεγε. Κι' εμείς που λέγαμε. Τι λέγαμε; Δεν ξέρω. Όχι πάντως αυτό. Κι' ο Μπαμπούλας ακόμη, καλύτερος θα' ταν. Πιο ζεστός, πιο ανθρώπινος. Όχι αυτό το πράγμα. Αυτό το ανύπαρκτο.
Πλησιάζουμε. Τρία βήματα. Μην τρέμεις! Δύο. Θυμήσου να αναπνεύσεις. Τα μάτια μου θολώνουν. Ένα. Ξεχνώ να αναπνεύσω. 'Ποπ'.
Η Τασία προσάρμοσε τους αισθητήρες και τα σωληνάκια του ισοσταθμιστή στο μπράτσο της Κυρίας — με μεγάλη προσοχή, χωρίς καθόλου να την αγγίξει — και μετά, και στο δικό της. Έλεγξε άλλη μια φορά όλες τις συνδέσεις και πάτησε το μεγάλο, πράσινο κουμπί. Η συσκευή άρχισε να κάνει 'γρρρ'.
Είμαι σε µια συναυλία. Το πλήθος, γύρω µου, ουρλιάζει φρενιασμένα. Γυροφέρνω σ’ ένα παζάρι. Οι έμποροι διαγωνίζονται ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Ανεβαίνω τις σκάλες ενός σχολείου. Τα παιδιά, γύρω µου, φωνάζουν. Χασκογελάνε. Μουρμουρίζουν. Και μετά, σιωπή. Μόνο κάτι ανάσες μπορώ πια να διακρίνω. Αλλά ούτε καν γι’ αυτές δεν είμαι σίγουρη.
Τι σκέψεις είναι αυτές. Πού τις βρήκα; Δυσκολεύομαι να τις αναγνωρίσω.
Θυμάμαι. Αρχίζω να θυμάμαι, ποια είμαι. Η ανάμνηση πέφτει πάνω μου σαν παγωμένο νερό.
Πώς είναι δυνατόν; Πού βρίσκομαι; Τι έχει συμβεί;
Αλλά... Προπαντός. Πώς γίνεται και σκέφτομαι στο ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ;
Μαγκώνω ολόκληρη. Μυαλό και σώμα ακινητοποιούνται. Ούτε ν' αναπνεύσω δεν τολμώ. Ακόμη και μια αναπνοή είναι αρκετή για να προδώσει την κατάστασή μου. Δεν είμαι έτοιμη να μάθω. Φοβάμαι. Αλλά, τελικά, αναγκάζομαι. Εισπνέω. Εισπνέω ένα-ένα τα μόρια του οξυγόνου και ψάχνω με αγωνία. Πού είναι οι φωνές των άλλων; Θα νιώσω τον παλμό της σκέψης τους; Τίποτα. Σιωπή. Νέκρα.
Η έλλειψη αέρα με αναγκάζει να πάρω βαθιά αναπνοή. Κι' άλλη. Κι' άλλη. Η πραγματικότητα στέκει απέναντί μου και με παρατηρεί. Είμαι μόνη μου πια. Κατάμονη.
Ο αέρας, καθ’ αυτός, είναι το πρώτο που µού τραβάει την προσοχή. Πόσες μυρωδιές! Άγνωστες, όλες.
Πεταρίζω τα βλέφαρα. Τίποτα. Μόνο άσπρο. Ξαναδοκιµάζω. Τα ίδια. Όμως, κάτι ακούω, εδώ, δίπλα. Πάω να πω "δίπλα μου", αλλά δεν μου' ρχεται. Δεν θέλω, να μιλάω σαν να είμαι μόνη. Ποιος μας το έκανε αυτό το κακό; Πώς έγινε και χωριστήκαμε; Το μυαλό — το μυαλό "μου" — δεν μπορεί να το χωρέσει. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω όμως, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν υπάρχει και ένα μόνο πράγμα που να μπορώ να κάνω μόνη μου, τότε ποτέ δεν θα ξεχάσω, ποτέ δεν θα συγχωρήσω.
Μήπως υπερβάλλω; Μήπως είναι κάτι πιο απλό; Μήπως, απλώς, έχω κουφαθεί; Ή τυφλωθεί; Αλλά, τι λέω; Αφού την ακούω καθαρά την ανάσα αυτή δίπλα μου. Κι’ ούτε η όρασή μου έχει τίποτα. Ζαλισμένη είμαι. Να, υψώνω τα χέρια — τα χέρια μου — και βλέπω σκιές να περνούν μπροστά από εκεί που είναι τα μάτια μου. Μπορεί να μην βλέπω ακόμη, αλλά θα δω, είμαι σίγουρη. Σε λίγο, θα δω.
Και πράγματι. Κουνώ τα δάχτυλα και ο χορός των σκιών γίνεται όλο και πιο αργός, όλο και πιο αργός, ώσπου σταματάει. Οι σκιές γεμίζουν χρώµα και µετατρέπονται σε δάκτυλα. Ισχνά και κακοµοιριασµένα, αλλά δάκτυλα. Σηκώνω το βλέµμα και κοιτάζω γύρω. Διακρίνω σώματα. Εμείς είμαστε. Εμείς και μερικές Αδελφές. Βρισκόμαστε, καταλαβαίνω, από την άλλη πλευρά της τρύπας. Αλλά πώς
"Πού πας; Φεύγεις;", φώναξε αναπάντεχα η Κυρία.
Η Τασία αναπήδησε, ξαφνιασμένη. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Λίγο πάνω απ' τη μέση ήταν, στα τρία τέταρτα. Στο Κύριο απευθυνόταν η Κυρία. Αλλά άργησε, δεν τον πρόλαβε. Η οθόνη του ήταν πια κλειστή.
01.02.01 προετοιμασία για έξω
"Να συνεχίσουμε Κυρία;"
"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Χτύπα μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"
Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της Παραβίωσης, τον φύλαξε στην θέση του, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να το χτυπάει.
Στο μεταξύ η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, τακτοποίησε το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.
Η Τασία έλεγξε το υγρό στο φλιτζάνι. Σβόλοι δεν φαίνονταν. Το έτεινε στην Κυρία. Αυτό το πήρε, του έριξε μια ματιά, και ήπιε γρήγορα μια μικρή γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.
Αν δεν μας είχε διακόψει ο Κύριος, δεν θα ήμασταν εδώ, το καταλαβαίνεις; Δεν υπερβάλλω, η αλήθεια αυτή είναι. Ωραία. Αλλά μας διέκοψε. Οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλήσουν και την Κυρία μόνο, μαζί μ' εμάς. Σταμάτα, μην στριγγλίζεις, δεν βγαίνει τίποτα έτσι. Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν είμαι σε ανάγκη. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα είμαι σε ανάγκη.
Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και τα μάτια της για τις πρώτες ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.
"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".
"Και ο Κύριος;"
"Θα τον πάρουμε μαζί".
"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"
"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που σου είπα".
Η Τασία έκανε μεταβολή, πήγε προς την μικρή ντουλάπα και την άνοιξε.
Δεν την αντέχω άλλο, δεν την αντέχω! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή τα παίρνει στραβά και με μαλώνει. Και ούτε η Παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου ακόμη. Πάει, τελείωσε. Γιατί να περιμένω μέχρι να τελειώσω απ' τις αιμορραγίες; Θα ανοίξω τώρα το παράθυρο και θα πηδήξω — να τελειώνουμε!
Άνοιξε το συρτάρι με τα εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.
Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Ποιος το σκέφτηκε αυτό το πράγμα; Αφού φοράω τόσα προστατευτικά. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Τι βλακείες!
Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε στο αναδιπλούμενο ράφι που είχε η ντουλάπα για αυτόν τον σκοπό.
Μετά, χωρίς να γυρίσει να αντικρίσει την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια προς την μεγάλη ντουλάπα. Η πόρτα της ήταν πτυσσόμενη. Η Τασία την άνοιξε ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΚΑΤΙ ΚΡΙΣΙΜΟ ΠΙΑ.
“Υγιεινή, εσπευσµένως! Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!”, πρόσταξε ο Φύλακας µηχανικά και πήγε και στάθηκε δίπλα από την έξοδο. Άνοιξα τα µάτια µου. Κοίταξα προς την κατεύθυνση της φωνής. Πώς και δεν τον άκουσα, τον Φύλακα, όταν µπήκε; Προσπάθησα, όπως- όπως, να υπακούσω στο παράγγελµα. Όµως το σώµα µου, αγκυλωµένο ακόµη απ’ την έγερσιν, εναντιωνόταν στην κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Παραζαλισµένη, τρέκλισα µέχρι τον φοριαµό µου. Η κατουρηµένη µου στολή µ’ εµπόδιζε να κινηθώ. Άρπαξα προσόψι κι’ απολυµαντικό και πήγα και στάθηκα στη γραµµή. Δεν ήµουν πρώτη, ούτε όµως και τελευταία. Η κίνηση, γύρω µου, ήθελε ακόµη κάµποσο για να καταλαγιάσει. Αλλά το χειρότερο ήταν αυτές οι αηδιαστικές οσµές που µε περιτριγύριζαν. Ξένες, ξένες, πόσο ξένες! Όταν µας µετέφεραν απ’ την Κοιτίδα στην Μονή, οι Γέροντες µας χώρισαν σε θαλάµους. Για να συµπληρωθεί η προβλεπόµενη δύναµη κάθε θαλάµου, µάζεψαν άτοµα, ανάκατα, από κάθε παρτίδα—όποιον έβρισκαν µπροστά τους, έπαιρναν. Στον θάλαµό µου έτυχαν τρία µόνο απ’ τα παλιά µου ξαδέρφια—αυτά τα αναγνώριζα και µε κλειστά µάτια, απ’ την µυρωδιά. Τα υπόλοιπα ξαδέρφια µοιράστηκαν στους άλλους θαλάµους. Σαν να ορφάνεψα ένιωσα ξαφνικά. Ούτε να κοιτάξω—πόσο µάλλον να µυρίσω—δεν ήθελα τους νέους µου συντρόφους. Στη σκέψη και µόνο, µου ’ρχόταν εµετός. Βγήκαµε έξω, στον διάδροµο. Ο Οκτώβρης είχε προχωρήσει κι’ η ζέστη δεν ήταν πια τόσο εξουθενωτική. Δυο µήνες πριν, ο διάδροµος από τον θάλαµο µέχρι τα Λουτρά ήταν καµίνι. Τώρα, µπορούσες και να µην δώσεις ιδιαίτερη σηµασία. Βοηθούσε κι’ ότι η νίψις ήταν από τις—λίγες— ευχάριστες στιγµές της ηµέρας. Όχι τόσο το ίδιο το πλύσιµο, όσο το ότι µπορούσαµε να ξυθούµε ανεµπόδιστα. Τι ανακούφιση που ήταν αυτό το πράµα! Πέταξα από πάνω µου την τσαλακωµένη στολή και χώθηκα κάτω απ’ το καυτό νερό. Αχ! Μια ηδονική ανατριχίλα διέτρεξε το σώµα µου. Από πάνω, ο λευκοκίτρινος ατµός του απολυµαντικού σχηµάτιζε λεπτεπίλεπτους στροβίλους. Έκλεισα τα µάτια. Τίποτ’ άλλο δεν άξιζε, µόνο το νερό που κυλούσε πάνω µου. Άρχισα να ξύνοµαι. Με κινήσεις που, σιγά-σιγά, γίνονταν όλο και πιο γρήγορες. Στην αρχή µε τα δάχτυλα κι’ ύστερα και µε τα νύχια. Τόσο απορροφήθηκα, που το κακό, ούτε που κατάλαβα, πότε άρχισε. Πολύ αργότερα, πίσω στον θάλαµο, αναπαρέστησα στο µυαλό µου πώς πρέπει να εξελίχθηκε η σκηνή. Κάποιος πρέπει να αµάρτησε πάλι. Πήγε να παίξει µε τις µπουρµπουλήθρες του απολυµαντικού, γλίστρησε, κι’ άγγιξε τον διπλανό του. Είχαµε άγγιγµα, δηλαδή. Κανονικά, κατά την νίψιν, µπορούσαν και να µην δώσουν τόση σηµασία οι Φύλακες. Το πολύ-πολύ ν’ ανοιγόκλειναν λίγο τις αγάπες τους, όχι για να µας χτυπήσουν τόσο, όσο για να µας φοβερίσουν— να µην ξεχνάµε πού βρισκόµασταν. Πώς και οι Φύλακες αντέδρασαν τόσο διαφορετικά εκείνη, ειδικά, την φορά; Ποτέ µου δεν κατάλαβα. Την πρώτη αγάπη, όταν έπεσε, ούτε που την άκουσα. Την σκέπασε ο θόρυβος του νερού. Απ’ την κίνηση των σωµάτων όµως, γύρω µου, κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Άνοιξα τα µάτια µου. Προσπάθησα να διακρίνω τι συνέβαινε. Αλλά δεν έβλεπα τίποτα, µ’ εµπόδιζαν οι ατµοί. Για τους Φύλακες, ήταν διαφορετικά. Στέκονταν ψηλά, πάνω σε κιγκλίδωµα, κι’ η θέα τους ήταν ανεµπόδιστη. Στο πιάτο µας είχαν. Την δεύτερη αγάπη την άκουσα και µε το παραπάνω. Τότε ξέσπασε ο πανικός. Οι αγάπες άρχισαν να πέφτουν βροχή. Δύσκολο να πεις, αν ήταν ο πανικός που προκάλεσε τις αγάπες ή ήταν αντίστροφα. Όλοι έτρεχαν να σωθούν. Ένοιωσα κάποιον να µε αγγίζει. Δεν πρόλαβα να δω ποιος. Τρόµαξα κι’ έπεσα κάτω. Καλύτερα, όπως αποδείχτηκε. Στα τέσσερα, δεν έδινα τόσο στόχο. Σαν φίδι, ξετρελαµένο από φωτιά, σουρνόµουν στα πλακάκια κι’ έψαχνα δρόµο να το σκάσω. Αυτό έκαναν όλοι όµως. Κι’ από πάνω, έπρεπε και να προσέχουµε, µην αµαρτήσουµε πάλι. Ειδικά µε όσους είχαν ήδη φάει αγάπη και σφάδαζαν άτσαλα. Σε µια στιγµή, δεν ξέρω πώς έγινε, και βρέθηκα µπροστά σε µια απ’ τις πόρτες των Λουτρών. Μισάνοιχτη ήταν. Κι’ αν ήταν παγίδα; Αλλά τι άλλη επιλογή είχα; Έριξα µια γρήγορη µατιά. Δεν φαινόταν τίποτα—τίποτα που να µοιάζει µε Φύλακα δηλαδή. Πετάχτηκα έξω, µετά φόβου Θεού. Αλλά τίποτα, όλα καλά πήγαν. Σαν σφαίρα, επέστρεψα πίσω, στον θάλαµο. Ρίχτηκα στην κλίνη µου, κουκουλώθηκα, κι’ έκρυψα το κεφάλι κάτω απ’ το προσκεφάλι µου. Έκλεισα τα µάτια, όσο πιο σφικτά µπορούσα. Αν, ούτε βλέπεις, ούτε ακούς, το κακό δεν µπορεί να σε πλησιάσει, στέκει µακριά. Έτρεµα. Η ανάσα µου, κοντή και κοφτή, µου ’γδερνε το λαιµό. Μέχρι και βήχας µ’ έπιασε. Κάποια στιγµή, άκουσα θόρυβο γύρω µου. Οι σύντροφοι ήσαν που επέστρεφαν. Σήκωσα το κεφάλι να δω. Οι µισοί είχαµε αποµείνει. Ούτε οι µισοί. Λιγότεροι.