2026-04-01
01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.
Συγκεντρώσου, συγκεντρώσου. Βαθιά αναπνοή και... Τι είναι αυτή η μυρωδιά; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.
Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.
Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Το νιώθω το αίμα, το νιώθω, στα σημεία που δεν έχει ξεραθεί. Κολλάει, σαν σιχαμερό παγωμένο φίδι.
Πάλι άνοιξαν οι θύρες μου!
Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.
Δέκα δευτερόλεπτα. Ψυχραιμία. Μπορεί και να μην έχω χάσει τόσο αίμα. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Πριν δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως δεν θα πεθάνεις; Μετά τα εικοσιπέντε είναι θέμα χρόνου. Ναι, αλλά εγώ δεν τα έχω κλείσει ακόμη. Ε, και τι να κάνουμε τώρα. Πάντως, το ήξερες. Πάντα το ήξερες.
Άνοιξε μια στιγμή τα μάτια της, κοίταξε το χρονόμετρο. Έξη.
"Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα βήματά της, να πλησιάζουν. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, ας πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Η Κεφαλή φτάνει εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε πρώτα την μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και ταυτόχρονα, να τσιρίζουμε όλα μαζί. Αχ, πώς κάνουμε έτσι. Ούτε να σκεφτούμε δεν μπορούμε.
Άνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε μηδενίσει, το αποτέλεσμα αναβόσβηνε. Εικοσιοκτώ.
Μάλιστα. Εικοσιοκτώ τα εκατό. Με όριο τα τριάντα δύο. Άρα, για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική εκεί; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα και τα έστρωσε. Μετά τα ξέστρωσε λίγο, σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.
Έστησε αυτί. Τίποτα.
Να δοκιμάσω τώρα; Πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά, χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Αν φέρω μέσα κάτι και κολλήσει η Κυρία, τι θα απογίνω μετά; Όχι, δεν γίνεται να αναβάλλω. Να κάνω γρήγορα, μόνο αυτό περνάει απ' το χέρι μου.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της, πήρε μια αναπνοή, και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μέσα, το δωμάτιο, ήταν γεμάτο ατμούς. Με μισόκλειστα μάτια και μεγάλες, βιαστικές, δρασκελιές πλησίασε τον νιπτήρα. Έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.
Χρύσα! Μωρέ άντε χέσου τώρα κι' εσύ.
Κάθισε και έκανε πιπί.
Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο κάτω. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσισάκια, πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Δεν τα βλέπει η Κεφαλή, είναι μέσα απ' την στολή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη μόνο θέλει και θα φύγει.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, πρόσεξε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Στοπ! Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της. Με μεγαλύτερη προσοχή αυτή την φορά: νύχια, καρποί, ανάμεσα στα δάχτυλα.
Πέταξε παντόφλες και καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε, έριξε στα χέρια της αλκοολούχο διάλυμα.
Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Αυτή ήταν, η κάθαρση. Σειρά τώρα της ένδυσης.
Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του κανόνα της Μονής και ποδιές εργασίας. Διάλεξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.
Ντύθηκε με γρήγορες, σταθερές, κινήσεις. Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Όλα εντάξει.
Έτοιμη. Μπορούσε να ξεκινήσει.
01.01.02 στον διάδρομο
Μπροστά της έχασκε ο διάδρομος που οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού.
"Χρύσα! Χρύσα!", ψιθυρίζω παρακλητικά.
Αλλά αυτή, τίποτα, δεν ακούει. Συνεχίζει να προχωράει.
Αχ, μωρέ Χρύσα. Αφού κουράστηκα. Και πονάνε τα γόνατά μου, έτσι που σερνόμαστε. Έξω απ' τους Θαλάμους είναι κατασκότεινα, δεν βλέπουμε πού πάμε. Ακόμη δεν το πιστεύω που μου είπε να πάω μαζί της. Δεν είχε με ποιον άλλο, προφανώς. Αλλά, και πάλι.
'Θέλεις να δούμε πώς είναι τη νύχτα οι Θάλαμοι;', με ρώτησε.
Και στον Άρη να μου έλεγε να πάμε--με τα πόδια--εγώ, ναι θα έλεγα. Όχι, απλώς 'ναι', μεγάλη μου τιμή που με σκέφτηκες. Γιατί τόσο ηλίθια είμαι. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν είπα τίποτα. Ούτε λέξη δεν μπόρεσα να βγάλω απ' την ταραχή μου. Κούνησα μόνο το κεφάλι. Από τότε που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες και ήρθαμε εδώ στους Θαλάμους, όλο την κοιτάω, την κοιτάω, αλλά δεν μπορώ να της μιλήσω. Τι να της πω;
Οπότε νάμαστε τώρα εδώ, στον διάδρομο, έξω απ' τους Θαλάμους. Να σερνόμαστε σαν τα κομάντο και να καρδιοχτυπάμε μην ανοίξει καμιά πόρτα. Τι θα πούμε έτσι και εμφανιστεί κανένας Φύλακας;