Ανεμομαζώματα

2026-03-30

01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Συγκεντρώσου. Θυμήσου. Το πρωτόκολλο. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Τι είναι αυτή η μυρωδιά; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, σαν να φοράω λάθος νούμερο γάντια νιώθω. Οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Και στα σημεία που δεν έχει ακόμη ξεραθεί, το αίμα, σαν φίδι, κολλάει σιχαμερά.

Πάλι άνοιξαν οι θύρες μου!

Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πότε ήταν η προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά τι περίμενες; Το ήξερες πως κάπως έτσι θα κατέληγες. Ξεκάθαρα μας το είχαν πει στη Μονή.

Άνοιξε μια στιγμή τα μάτια της και κοίταξε το χρονόμετρο. Έξη.

"Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα βήματά της, να πλησιάζουν. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, ας πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Η Κεφαλή φτάνει εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε πρώτα την μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και ταυτόχρονα, να τσιρίζουμε όλα μαζί. Αχ, πώς κάνουμε έτσι. Ούτε να σκεφτούμε δεν μπορούμε.

Άνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε μηδενίσει, το αποτέλεσμα αναβόσβηνε. Εικοσιοκτώ.

Μάλιστα. Εικοσιοκτώ τα εκατό. Με όριο τα τριάντα δύο. Άρα, για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική εκεί; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα και τα έστρωσε. Μετά τα ξέστρωσε λίγο, ίσα-ίσα να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτε δεν ακουγόταν.

Να δοκιμάσω τώρα, πριν τα πρωτόκολλα; Όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα θα είμαι εντελώς απροστάτευτη. Κι' αν φέρω μέσα κάτι και κολλήσει η Κυρία; Τι θα απογίνω μετά; Όχι, όχι. Ούτε προαιρετικά είναι τα πρωτόκολλα, ούτε να τα αναβάλλω γίνεται. Να τα κάνω γρήγορα. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της, πήρε μια αναπνοή, και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, το δωμάτιο, ήταν γεμάτο ατμούς. Με μισόκλειστα μάτια και μεγάλες, βιαστικές, δρασκελιές πλησίασε τον νιπτήρα. Έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.

Κάθισε και έκανε πιπί.

Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο κάτω. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, μας φεύγουν. Τα κάνουμε, τα νιώθουμε, τα τσισάκια, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή, είναι μέσα απ' την στολή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Μια στιγμή ακόμη.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική θυρίδα της καραντίνας, πρόσεξε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Στοπ! Επέστρεψε και έπλυνε τα χέρια της άλλη μια φορά. Αυτή την φορά με μεγαλύτερη προσοχή στα νύχια, στους καρπούς και ανάμεσα στα δάχτυλα.

Πέταξε παντόφλες και καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε, και έριξε στα χέρια της αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Αυτή ήταν η κάθαρση. Σειρά τώρα της ένδυσης.

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του κανόνα της Μονής της και ποδιές εργασίας. Διάλεξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε με γρήγορες, σταθερές, κινήσεις. Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Όλα εντάξει.

Έτοιμη. Μπορούσε να ξεκινήσει.