2026-05-06
01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Δυσκολευόταν να εστιάσει.
Συγκεντρώσου, μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.
Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι. Τα χέρια της ήσαν άκαμπτα, σαν ξύλινα.
Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Όμως νάτο, το αίμα, νάτο. Το νιώθω. Γλιστράει και κολλάει ταυτόχρονα. Σαν φίδι κάνει.
Λοιπόν. Αιμορραγία έχουμε πάλι! Πάλι!
Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή που μετρούσε το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της από τα αίματα και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.
Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.
Κοίταξε, μια στιγμή, το χρονόμετρο. '6' έλεγε.
"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Νάτη, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι και μετά το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.
Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28%'.
Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την Παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Θα λιποθυμήσω με το που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας. Αλλά και αυτό να μην γίνει, δεν θα πλυθεί καλά το αίμα της και θα φανεί αυτό μετά. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι όμως η Αγγελική εκεί; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.
Έστησε αυτί. Τίποτα.
Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω κάτι μέσα και κολλήσει η Κυρία; Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Τα πρωτόκολλα είναι απαράβατα. Να τα κάνω γρήγορα — αυτό είναι το μόνο που περνάει απ' το χέρι μου.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.
Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα.
Μωρέ δεν μας παρατάς τώρα κι' εσύ;
Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.
Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.
Γρήγορα! Πιο γρήγορα.
Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.
Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.
Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Κάθαρση τέλος. Σειρά της Ένδυσης τώρα. Όμως κουνήσου. Πάρε τα χέρια σου!
Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Άρπαξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.
Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία για την οποία είχαν σχεδιαστεί. Η πολύχρονη όμως επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.
Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Το βλέμμα της ήταν επιδοκιμαστικό.
Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.
Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!
Άνοιξε την πόρτα.
01.01.02 στον διάδρομο
Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο του Κυρίου και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε αργά, μεταφέροντας πολύ προσεκτικά το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.
"Χρύσα! Χρύσα! Στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;
Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.
Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".
Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της. Σε εμένα μιλάει; Είναι δυνατόν;
Ένα μαχαίρι βυθίζεται στο στήθος μου. Και μετά, αρχίζει να στριφογυρίζει.
Την γνώρισα εδώ, στα Λουτρά των Θαλάμων, μετά που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες. Όλο να την κοιτάω θέλω κι' ας μην το αντέχω. Αλλά τι ήταν αυτό που είπε; Αφού δεν επιτρέπεται, έξω από τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο. Τρελή είναι;
Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε άραγε; Δεν τολμώ, ούτε να ανοίξω το στόμα μου, ούτε να κοιτάξω ξανά προς το μέρος της.
Όταν έφτασε στην έξοδο, στάθηκε. Έστησε αυτί. Τίποτα. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.
Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι και τόσο δυνατό.
Ανάθεμα!
"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.
"Εγώ, Κυρία".
"Πού είσαι;"
"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".
Έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.
"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".
Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας έβλεπαν, έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πήγαινε να πει αυτό το "Σε καλύπτω"; Αφού θα μας έβλεπαν αμέσως, και τις δυο, έτσι και σήκωναν το βλέμμα.
Σαν τρελή τρέχω—αθόρυβα!—προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω—αθόρυβα!—μερικά σκαλιά. Εδώ, δεν φαινόμαστε, θα 'μαστε ασφαλείς. Στέκομαι. Γυρίζω. Με έφτασε, η Χρύσα. Δίπλα μου είναι, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!
Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.
Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!
Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.
Πάμε, πάμε!
Και με την Παραβίωση τι θα γίνει; Αφου δεν φτάνει το αίμα σου.
Δεν ξέρω! Παράτα με!
Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Απέναντι, η συσκευή του Κυρίου ακόμη φόρτιζε, το λαμπάκι της αναβόσβηνε. Η πόρτα του εσωτερικού μπάνιου ήταν μισάνοικτη.
"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;". Η τσιρίδα ήρθε από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, αναπήδησε απ' την άλλη.
"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;".
Έκανε πίσω άλλο ένα βήμα. Γύρισε και αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Η στριγκή της φωνή έτρεμε. Το κορμί της διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.
"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"
Η Τασία έκανε λίγο στο πλάι. Είδε μια πετσέτα κάτω. Έσκυψε, την μάζεψε, και ξεκίνησε να την πάει στη θέση της, στην τουαλέτα.
"Άστα αυτά", την διέκοψε η φωνή της Κυρίας. "Ήρθες να μας βάλεις και σε τάξη τώρα; Άντε να μου φτιάξεις το πρωινό μου".
Πρωινό; Και η Παραβίωση; Την ξέχασε, άραγε; Μήπως προλαβαίνω, να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, όσο θα γίνεται το πρωινό της; Κι' αν με φωνάξει στο μεταξύ;
Ακούμπησε την πετσέτα πρόχειρα σε μια καρέκλα. Με το βλέμμα κρατημένο χαμηλά διέσχισε το δωμάτιο και χώθηκε στον προθάλαμο, εκεί που δεν την έβλεπε η Κυρία. Έβγαλε την ποδιά και τα υπόλοιπα προστατευτικά και τα πέταξε. Άνοιξε την πόρτα.
"Καλημέρα αγάπη μου", ακούστηκε η φωνή του Κυρίου μέσα απ' την συσκευή.
"Α, ώστε μας θυμήθηκες;", απάντησε η Κυρία. Η φωνή της ακούστηκε διαλλακτική, παραπονεμένη σχεδόν.
01.01.03 φτιάχνει το πρωινό
Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό ένα μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την έβαλε κι' αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.
Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Βηματίζουμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλής που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας, περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε πια σημασία. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!
Στις Καντίνες πάμε. Δεν είναι και τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού είναι ή τι κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν εκεί, ούτε Αδερφές.
Χαζεύουμε, όσο αντέχουμε αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο και βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό μας αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' τις Κοιτίδες μας και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή. Μόλις δει να βγαίνουμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο σωματάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.
Χα, χα. Αριστούργημα!
Μέτρησε με μεγάλη προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως η ένδειξη άλλαζε και δεν είχε κολλήσει. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.
Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά θα βγω, αν μπορέσω. Αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω, την Παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Όλο τα ίδια και τα ίδια λες! Μα ισχύει! Μπορεί. Όμως, μπορεί και όχι.
Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί βαζάκι ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.
Νέα πανδημία! Η εκτιμώμενη διάρκεια τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ήταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά, σταμάτησε, απότομα.
"Τασία!"
"Μάλιστα Κυρία".
"Άκουσες;"
"Μάλιστα Κυρία".
"Έτοιμο το πρωινό;"
"Δεν έβρασε ακόμη Κυρία. Μόλις τελείωσα με το δοσολόγιο".
"Φέρ' το όπως είναι, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις στο χέρι".
"Αμέσως Κυρία".
Πανικοβλήθηκε! Άκουσε πανδημία και τα έκανε επάνω της. Και μόλις ταραχτεί, το πρώτο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Όμως τώρα, δεν υπάρχει περίπτωση να πάω στο φαρμακείο. Την πάτησα! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι 'θα δούμε'; Αφού, τελείωσε! Αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!
Μέτρησε την ποσότητα και απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα μεγάλο φλιτζάνι, με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τα ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.
01.01.04 παραβίωση
Μπαίνοντας στο δωμάτιο παρά λίγο να πέσει πάνω στον Κύριο. Η συσκευή του εμπόδιζε την είσοδο και η κάμερα ήταν γυρισμένη προς το εσωτερικό του δωματίου.
"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία. Η Κυρία κάτι πήγε να απαντήσει αλλά είδε την Τασία και σταμάτησε.
Ο Κύριος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά, ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα νεύμα προς την κατεύθυνση του και προσπέρασε. Έριξε πάνω της ένα νέο σετ προστατευτικών και πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένη η Κυρία.
"Α, ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Εδώ άσε το" είπε, και έδειξε ανυπόμονα το κομοδίνο δίπλα της.
Ξέχασε πως θέλει χτύπημα; Καλύτερα. Κι' αν μου πει να φύγω, μπορεί και να προλάβω να πάω στο φαρμακείο.
Η Τασία υπάκουσε σιωπηλά. Έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο.
Πρόσεξε πώς θα το πεις!
"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"
Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.
"Τασία, άσε τις ερωτήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις".
Η Τασία και η Κυρία κοιτάχτηκαν. Μετά, η Κυρία γύρισε προς τον Κύριο υποχωρητικά.
"Μα, δεν τελειώσαμε".
"Πρώτα η υγεία σου. Χωρίς αυτήν, τι νόημα έχουν όλα τα άλλα;"
"Μετά, θα μπλέξεις με την δουλειά και δεν θα μπορείς".
"Μην ανησυχείς, θα βρούμε χρόνο".
Η Κυρία έμεινε σιωπηλή.
Τώρα; Τι κάνουμε; Ξεκίνα. Δεν γίνεται να μην ξεκινήσεις. Ξεκίνα και βλέπουμε.
Η Τασία επέστρεψε στον προθάλαμο. Ο Κύριος κατάλαβε πως εμπόδιζε εκεί που στεκόταν. Πέρασε στο εσωτερικό του δωματίου και πήγε και στάθηκε σε μια άκρη. Το κυρίως δωμάτιο της Κυρίας δεν ήταν ιδιαίτερα ευρύχωρο γιατί, πέρα από τον προθάλαμο, υπήρχε ξεχωριστή τουαλέτα και βεστιάριο.
Από ένα ντουλάπι η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή, την συσκευή που ρύθμιζε την ροή του αίματος την ώρα της Παραβίωσης. Αφαίρεσε το προστατευτικό του κάλυμμα και βεβαιώθηκε πως η μπαταρία του ήταν φορτισμένη. Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε μια χούφτα αναλώσιμα και τα έριξε στην τσέπη της ποδιάς της. Μετά, έσπρωξε τον ισοσταθμιστή στα ροδάκια του να πλησιάσει το κρεβάτι της Κυρίας. Κάθισε στο καρεκλάκι που είχε για την ώρα της Παραβίωσης και άπλωσε στην ποδιά της τα αναλώσιμα να τα ξεδιαλέξει.
Τι θα απογίνω, τώρα που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας; Θα λιποθυμήσω απλώς ή χειρότερα; Και μετά, όταν θα κολλήσω, τι θα γίνει; Θα με διώξει αμέσως; Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Σταμάτα, σταμάτα. Πρώτη φορά είναι; Αφού, έτσι πάει. Σταμάτα!
Χωρίς να κοιτάει, η Τασία έλεγχε με τις άκρες των δαχτύλων της τις απολήξεις των αισθητήρων. Τους ίσιωνε, αν μπορούσε, και τους έβαζε στην άκρη, αν ήταν για πέταμα. Δούλευε γρήγορα αλλά μηχανικά. Η Κυρία περίμενε, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι.
Η Κεφαλής μας παρατάσσει έξω απ' την Κοιτίδα.
"Κλίνατε, επί δε-ξιά! Εμπρός Βάδην, Μαρς".
Εκτελούμε, μηχανικά. Αγουροξυπνημένα είμαστε ακόμα. Η Κεφαλής όλο γυρνάει και ελέγχει, μην έχει παρεκκλίνει κανείς. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πάμε Καντίνες τόσο νωρίς. Ούτε την Κάθαρσή μας δεν προλάβαμε να κάνουμε καλά-καλά. Οι Αδελφές ήταν πολύ θυμωμένες. Αλλά αφού η Κεφαλής είπε να βγούμε και να παραταχθούμε, δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.
Δεν ξέρουμε πόση ώρα περπατάμε. Μετράμε ένα-ένα τα δευτερόλεπτα. Και, ταυτόχρονα, έχουμε χάσει το μέτρημα. Όλα, μέσα μας, φωνάζουν μπερδεμένα. Καθώς εισπνέουμε, το μυαλό μας πλημμυρίζει με σκέψεις, καθώς εκπνέουμε συνεισφέρουμε τις δικές μας. Έτσι πάει, με την αναπνοή. Ένα μυαλό σε εικοσιοκτώ σώματα, τριάντα δύο, αν υπολογίσουμε και τις απώλειες.
Αλλά τώρα, σαν κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει κάτι κακό, το νιώθουμε κατά κύματα. Το βλέπουμε μπροστά, τρομάζουμε, και το μεταφέρουμε και πιο πίσω. Δεν ξέρουμε τι είναι. Όμως η Κεφαλής, δεν σταματά, συνεχίζει, επιμένει, να προχωρά.
Φοβόμαστε! Τι είναι αυτό που στέκει μπροστά μας; Πού είναι οι Καντινούλες μας; Τα Σνίπιζ; Θα είναι μόνα τους τώρα, τα κακόμοιρα.
Μπροστά μας, χάσκει μια τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του τοπίου, των ελεεινών αυτών χωραφιών. Το ξέρουμε πως είναι ψεύτικα, κι' αυτά, και τα μενεξεδένια βουνά, που φαίνονται πέρα στο βάθος. Αλλά αυτή εδώ η τρύπα, στη μέση του πουθενά, τι ρόλο παίζει; Με πόρτα μοιάζει. Πού οδηγεί; Στο εσωτερικό της δεν φαίνεται τίποτα. Άσπρο, μόνο άσπρο. Αστραφτερό. Φρικτό που είναι!
Η Κεφαλής στέκεται δίπλα ακριβώς απ' την τρύπα. Την δείχνει και μας λέει να μην χάνουμε την ώρα μας. Δηλαδή, τι; Φαντάζεται πως θα μπούμε ποτέ εκεί μέσα; Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε! Σταμάτα, μην μας βασανίζεις. Κακιά! Κακιά. Πηρούνα!
Υπακούμε. Τι άλλο να κάνουμε; Τι μπορούμε; Μέσ' το μυαλό μας βουητό και αντάρα. Θρηνούμε γοερά. Ένα-ένα πλησιάζουμε, σκύβουμε, και πηδάμε μέσα, στο πουθενά. Και, κάθε φορά, η τρύπα κάνει ένα 'ποπ', 'ποπ', 'ποπ'. Ποιος να το έλεγε. Κι' εμείς που λέγαμε. Τι λέγαμε; Δεν ξέρω. Όχι πάντως αυτό. Κι' ο Μπαμπούλας ακόμη, καλύτερος θα' ταν. Πιο ζεστός, πιο ανθρώπινος. Όχι αυτό το πράγμα. Αυτό το ανύπαρκτο.
Πλησιάζουμε. Τρία βήματα. Μην τρέμεις! Δύο. Θυμήσου να αναπνεύσεις. Τα μάτια μου θολώνουν. Ένα. Ξεχνώ να αναπνεύσω. 'Ποπ'.
Η Τασία προσάρμοσε τους αισθητήρες και τα σωληνάκια του ισοσταθμιστή στο μπράτσο της Κυρίας και μετά, και στο δικό της. Έλεγξε άλλη μια φορά όλες τις συνδέσεις και πάτησε το μεγάλο, πράσινο κουμπί. Η συσκευή άρχισε να κάνει 'γρρρ'.
Είμαι σε µια συναυλία. Το πλήθος, γύρω µου, ουρλιάζει φρενιασµένα. Γυροφέρνω σ’ ένα παζάρι. Οι έµποροι διαγωνίζονται ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Ανεβαίνω τις σκάλες ενός σχολείου. Τα παιδιά, γύρω µου, φωνάζουν. Χασκογελάνε. Μουρµουρίζουν. Και μετά, σιωπή. Μόνο κάτι ανάσες μπορώ πια να διακρίνω. Αλλά ούτε καν γι’ αυτές δεν είμαι σίγουρη.
Τι σκέψεις είναι αυτές. Πού τις βρήκα; Δυσκολεύομαι να τις αναγνωρίσω.
Θυμάμαι. Αρχίζω να θυμάμαι, ποια είμαι. Η ανάμνηση πέφτει πάνω μου σαν παγωμένο νερό.
Πώς είναι δυνατόν; Πού βρίσκομαι; Τι έχει συμβεί;
Αλλά... Προπαντός. Πώς γίνεται και σκέφτομαι στο ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ;
Μαγκώνω ολόκληρη. Μυαλό και σώμα ακινητοποιούνται. Ούτε ν' αναπνεύσω δεν τολμώ. Ακόμη και μια αναπνοή είναι αρκετή για να προδώσει την κατάστασή μου. Δεν είμαι έτοιμη να μάθω. Φοβάμαι. Αλλά, τελικά, αναγκάζομαι. Εισπνέω. Εισπνέω ένα-ένα τα μόρια του οξυγόνου και ψάχνω με αγωνία. Πού είναι οι φωνές των άλλων; Θα νιώσω τον παλμό της σκέψης τους; Τίποτα. Σιωπή. Νέκρα.
Η έλλειψη αέρα με αναγκάζει να πάρω βαθιά αναπνοή. Κι' άλλη. Κι' άλλη. Η πραγματικότητα στέκει απέναντί μου και με παρατηρεί. Είμαι μόνη μου πια. Κατάμονη.
Ο αέρας, καθ’ αυτός, είναι το πρώτο που µού τραβάει την προσοχή. Πόσες μυρωδιές! Άγνωστες, όλες.
Πεταρίζω τα βλέφαρα. Τίποτα. Μόνο άσπρο. Ξαναδοκιµάζω. Τα ίδια. Όμως, κάτι ακούω, εδώ, δίπλα. Πάω να πω "δίπλα μου", αλλά δεν μου' ρχεται. Δεν θέλω, να μιλάω σαν να είμαι μόνη. Ποιος μας το έκανε αυτό το κακό; Πώς έγινε και χωριστήκαμε; Το μυαλό — το μυαλό "μου" — δεν μπορεί να το χωρέσει. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω όμως, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν υπάρχει και ένα μόνο πράγμα που να μπορώ να κάνω μόνη μου, τότε ποτέ δεν θα ξεχάσω, ποτέ δεν θα συγχωρήσω.
Μήπως υπερβάλλω; Μήπως είναι κάτι πιο απλό; Μήπως, απλώς, έχω κουφαθεί; Ή τυφλωθεί; Αλλά, τι λέω; Αφού την ακούω καθαρά την ανάσα αυτή δίπλα μου. Κι’ ούτε η όρασή μου έχει τίποτα. Ζαλισμένη είμαι. Να, υψώνω τα χέρια — τα χέρια μου — και βλέπω σκιές να περνούν μπροστά από εκεί που είναι τα μάτια μου. Μπορεί να μην βλέπω ακόμη, αλλά θα δω, είμαι σίγουρη. Σε λίγο, θα δω.
Και πράγματι. Κουνώ τα δάχτυλα και ο χορός των σκιών γίνεται όλο και πιο αργός, όλο και πιο αργός, ώσπου σταματάει. Οι σκιές γεμίζουν χρώµα και µετατρέπονται σε δάκτυλα. Ισχνά και κακοµοιριασµένα, αλλά δάκτυλα. Σηκώνω το βλέµμα και κοιτάζω γύρω. Διακρίνω σώματα. Εμείς είμαστε. Εμείς και μερικές Αδελφές. Βρισκόμαστε, καταλαβαίνω, από την άλλη πλευρά της τρύπας. Αλλά πώς
"Πού πας; Φεύγεις;", φώναξε αναπάντεχα η Κυρία.
Η Τασία αναπήδησε, ξαφνιασμένη. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Λίγο πάνω απ' τη μέση ήταν, στα τρία τέταρτα. Στο Κύριο απευθυνόταν η Κυρία. Αλλά άργησε, δεν τον πρόλαβε. Η οθόνη του ήταν πια κλειστή.
01.02.01 προετοιμασία για έξω
"Να συνεχίσουμε Κυρία;"
"Φτάνει, δεν αντέχω άλλο, πιάστηκα. Και διψάω. Χτύπα μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"
Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της Παραβίωσης, τον φύλαξε στην θέση του, γύρισε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να το χτυπάει.
Στο μεταξύ η Κυρία σηκώθηκε και πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, τακτοποίησε το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.
Η Τασία έλεγξε το ζουμί στο φλιτζάνι. Δεν είδε σβόλους. Το έτεινε στην Κυρία. Η Κυρία το πήρε και το εξέτασε, και αυτή, με προσοχή. Μετά, ήπιε διστακτικά μια μικρή γουλιά.
Αν δεν μας είχε διακόψει ο Κύριος, δεν θα ήμασταν εδώ τώρα, το καταλαβαίνεις; Δεν υπερβάλλω, αλήθεια είναι. Ωραία, και τώρα τι θες να κάνουμε; Αφού, μας διέκοψε. Οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλήσουν και την Κυρία μόνο, μαζί μ' εμάς. Ησύχασε, μην στριγγλίζεις. Δεν βγαίνει τίποτα έτσι. Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα, μέσα στο σπίτι, ώστε να μην πρέπει να τρέχω, σε περίπτωση ανάγκης. Και, στο εξής, κάθε μέρα, σε ανάγκη θα βρίσκομαι.
Η ΚΥΡΙΑ ΠΙΝΕΙ ΛΙΓΟ ΜΕΝΤΖ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ ΤΑΣΙΑ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ.
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΚΑΤΙ ΚΡΙΣΙΜΟ ΠΙΑ.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ;