Ανεμομαζώματα

2026-04-10

01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Συγκεντρώσου, μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι είναι αυτή η μυρωδιά; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Νάτο το αίμα, το νιώθω, στα σημεία που δεν έχει ακόμη ξεραθεί. Κολλάει, σαν φίδι σιχαμερό.

Πάλι άνοιξαν οι θύρες μου!

Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Μπορεί και να μην έχω χάσει τόσο πολύ αίμα. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Πριν δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως δεν θα πεθάνεις; Μετά τα εικοσιτέσσερα, είναι θέμα χρόνου. Μα εγώ, δεν τα έχω κλείσει ακόμη. Ε, και τι θες να κάνουμε; Πάντως, το ήξερες. Πάντα το ήξερες.

Άνοιξε μια στιγμή τα μάτια της, κοίταξε το χρονόμετρο. Έξη.

"Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, ας πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Να η Κεφαλή, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε πρώτα την μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους της Κοιτίδας και πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.

Άνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε μηδενίσει, το αποτέλεσμα αναβόσβηνε. Εικοσιοκτώ.

Μάλιστα. Εικοσιοκτώ τα εκατό. Με όριο τα τριάντα δύο. Άρα, για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική εκεί; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε λίγο, ώστε να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτα.

Να δοκιμάσω τώρα; Πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά, χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω μέσα κάτι και κολλήσει η Κυρία; Τι θα απογίνω μετά; Όχι, δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται να αναβάλλω. Να κάνω γρήγορα, αυτό είναι το μόνο που περνάει απ' το χέρι μου.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της, πήρε μια αναπνοή, και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια και πλησίασε τον νιπτήρα. Έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.

Χρύσα!

Ναι, αλλά δεν μας παρατάς τώρα κι' εσύ;

Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη και έκανε πιπί.

Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο κάτω. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσισάκια, πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή, δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Στάθηκε. Γύρισε και ξανάπλυνε τα χέρια της, με μεγαλύτερη προσοχή αυτή την φορά, και ειδικά στα νύχια, στους καρπούς και ανάμεσα στα δάχτυλα.

Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε, έριξε στα χέρια της αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Αυτή ήταν, η κάθαρση. Σειρά τώρα της ένδυσης.

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του κανόνα της Μονής και ποδιές εργασίας. Διάλεξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε με γρήγορες, σταθερές, κινήσεις. Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Όλα εντάξει.

Ξανάστησε αυτί. Πάλι τίποτα.

Πάμε. Κι' ο θεός βοηθός!

Άνοιξε την πόρτα.

01.01.02 στον διάδρομο

Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε, μεταφέροντας το βάρος της προσεκτικά από το ένα βήμα στο άλλο.

"Χρύσα! Χρύσα! Στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;

Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.

Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα μού πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".

Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της, σε εμένα μιλάει;

Ένα μαχαίρι να βυθίζεται στο στήθος μου. Από τότε που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες, μόνο να την κοιτάω μπορώ, δεν ξέρω τίποτα άλλο. Και τι είναι αυτό που είπε; Να βγούμε απ'τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο; Τρελάθηκε; Πού ξέρει πως δεν θα το πω στους Φύλακες;

Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε; Κατάλαβε; Δεν τολμώ να ανοίξω το στόμα μου.

Όταν έφτασε στην εξώπορτα στάθηκε ακίνητη και έστησε αυτί. Σιωπή. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.

Όμως στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της επιβράδυνε αναγκαστικά, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι πολύ δυνατό.

Ανάθεμα!

"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.

"Εγώ, Κυρία".

"Πού είσαι;"

"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".

Έκλεισε πίσω την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.

"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".

Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας έβλεπαν έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πάει να πει "Σε καλύπτω"; Αφού θα μας έβλεπαν, και τις δυο, αν σήκωναν το βλέμμα τους. Σαν τρελή τρέχω—αθόρυβα!—προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω—αθόρυβα!—μερικά σκαλιά. Στέκομαι. Γυρίζω. Η Χρύσα με έχει φτάσει, είναι δίπλα μου, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!

Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.

Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!

Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.

Πάμε!

Και με την Παραβίωση τι θα γίνει; Αφου δεν φτάνει το αίμα σου.

Δεν ξέρω! Δεν ξέρω!

Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Η συσκευή του Κυρίου στεκόταν κόντρα στον απέναντι τοίχο. Το φωτάκι της αναβόσβηνε, σημάδι πως ακόμη φόρτιζε. Η πόρτα του εσωτερικού μπάνιου ήταν μισάνοικτη.

"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;"

Από δίπλα της ήρθε η τσιρίδα, από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, αναπήδησε.

"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;"

Έκανε πίσω. Αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Η στριγκή της φωνή έτρεμε από αγανάκτηση. Το κορμί της διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.

"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"