Ανεμομαζώματα

2026-04-29

01.01.03 φτιάχνει το πρωινό

Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό ένα μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την έβαλε κι' αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.

Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Περπατάμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλή που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε σημασία πια. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!

Πάμε στις Καντίνες. Δεν είναι και τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες μας. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού είναι ή τι είναι αυτά που κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν εκεί, ούτε Αδερφές.

Χαζεύουμε όσο αντέχουμε αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο, βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό μας αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' την Καντίνα ή τις Κοιτίδες και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή. Μόλις μας δει να προσπαθούμε να βγούμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του Μπαμπούλα και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο σωματάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.

Χα, χα. Αριστούργημα!

Μέτρησε με μεγάλη προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως η ένδειξη άλλαζε και δεν είχε κολλήσει. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.

Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά θα βγω, αν μπορέσω. Αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω, την Παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Όλο τα ίδια και τα ίδια λες! Μα ισχύει! Μπορεί. Όμως, μπορεί και όχι.

Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί βαζάκι ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.

Μια νέα επιδημία είχε ξεσπάσει. Η αναμενόμενη διάρκεια ήταν τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός έπρεπε να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ακουγόταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά σταμάτησε.

"Τασία!"

"Μάλιστα Κυρία".

"Άκουσες;"

"Μάλιστα Κυρία".

"Έτοιμο το πρωινό;"

"Δεν έβρασε ακόμη Κυρία. Μόλις τέλειωσα με το δοσολόγιο".

"Φέρ' το όπως είναι, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις στο χέρι".

"Αμέσως Κυρία".

Πανικοβλήθηκε! Άκουσε για επιδημία και τα έκανε επάνω της. Και μόλις ταραχτεί, το πρώτο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Τώρα; Ξέχνα το, το φαρμακείο. Κλάψ' τα Χαράλαμπε! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι 'θα δούμε'; Εδώ, τελείωσε! Αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!

Μέτρησε την ποσότητα και απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα μεγάλο φλιτζάνι με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τον ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.

01.01.04 παραβίωση

Μπαίνοντας στο δωμάτιο σχεδόν έπεσε πάνω στον Κύριο. Η συσκευή του στεκόταν στη μέση του προθάλαμου και η κάμερα του ηταν γυρισμένη απ' την άλλη και δεν έβλεπε τι γινόταν.

"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία.

Ο Κύριος άκουσε τον θόρυβο πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά, ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα μικρό νεύμα προς την κατεύθυνση του και προσπέρασε.

"Ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Άσ' το εκεί" της είπε και έδειξε το κομοδίνο δίπλα της.

Ξέχασε πως θέλει χτύπημα; Αλλά άσ' την. Δεν της λέω τίποτα κι' εγώ.

Η Τασία υπάκουσε. Έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο. Πρόσεξε τώρα. Κάνε την να σε διαβολοστείλει.

"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"

Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.