Ανεμομαζώματα

2026-05-12

01.01.02 στον διάδρομο

Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο του Κυρίου και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε αργά, μεταφέροντας πολύ προσεκτικά το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.

"Χρύσα! Χρύσα! Στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;

Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.

Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".

Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της. Σε εμένα μιλάει; Είναι δυνατόν;

Ένα μαχαίρι βυθίζεται στο στήθος μου. Και μετά, αρχίζει να στριφογυρίζει.

Την γνώρισα εδώ, στα Λουτρά των Θαλάμων, μετά που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες. Όλο να την κοιτάω θέλω κι' ας μην το αντέχω. Αλλά τι ήταν αυτό που είπε; Αφού δεν επιτρέπεται, έξω από τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο. Τρελή είναι;

Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε άραγε; Δεν τολμώ, ούτε να ανοίξω το στόμα μου, ούτε να κοιτάξω ξανά προς το μέρος της.

Όταν έφτασε στην έξοδο, στάθηκε. Έστησε αυτί. Τίποτα. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.

Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι και τόσο δυνατό.

Ανάθεμα!

"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.

"Εγώ, Κυρία".

"Πού είσαι;"

"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".

Έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.

"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".

Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας έβλεπαν, έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πήγαινε να πει αυτό το "Σε καλύπτω"; Αφού θα μας έβλεπαν αμέσως, και τις δυο, έτσι και σήκωναν το βλέμμα.

Σαν τρελή τρέχω — αθόρυβα! — προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω — αθόρυβα! — μερικά σκαλιά. Εδώ, δεν φαινόμαστε, θα 'μαστε ασφαλείς. Στέκομαι. Γυρίζω. Με έφτασε, η Χρύσα. Δίπλα μου είναι, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!

Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.

Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!

Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.

Πάμε, πάμε!

Και με την Παραβίωση τι θα γίνει; Αφού δεν φτάνει το αίμα σου.

Δεν ξέρω! Παράτα με!

Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Παντού υπήρχαν ράγες ρούχων κλεισμένων σε αεροστεγείς πλαστικές σακούλες. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Δίπλα του, η συσκευή του Κυρίου ακόμη φόρτιζε, το λαμπάκι της αναβόσβηνε. Η πόρτα της τουαλέτας ήταν μισάνοικτη.

"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;"

Η τσιρίδα της Κυρίας ήρθε από δίπλα της, από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, η Τασία αναπήδησε προς την άλλη.

"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;".

Η Τασία έκανε πίσω άλλο ένα βήμα. Γύρισε και αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Το μαλλί της ήταν ανάστατο. Η στριγκή της φωνή έτρεμε. Το κορμί, και ειδικά τα χέρια της, διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.

"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"

Η Τασία έκανε λίγο στο πλάι. Είδε μια πετσέτα κάτω. Έσκυψε, την μάζεψε, και ξεκίνησε να την πάει στη θέση της, στην τουαλέτα.

"Άστα αυτά", την διέκοψε η φωνή της Κυρίας. "Ήρθες να μας βάλεις και σε τάξη τώρα; Άντε να μου φτιάξεις το πρωινό μου".

Πρωινό; Και η Παραβίωση; Την ξέχασε; Προλαβαίνω, άραγε, να τρέξω στο φαρμακείο, όσο θα γίνεται το πρωινό της; Κι' αν με φωνάξει;

Άφησε την πετσέτα πρόχειρα στην πλάτη μιας μικρής πολυθρόνας. Με το βλέμμα κρατημένο χαμηλά πέρασε ανάμεσα απ' τις ράγες των ρούχων και χώθηκε στον προθάλαμο, εκεί που δεν την έβλεπε η Κυρία. Έβγαλε την ποδιά και τα υπόλοιπα προστατευτικά και τα πέταξε. Άνοιξε την πόρτα.

"Καλημέρα αγάπη μου", ακούστηκε η φωνή του Κυρίου απ' την συσκευή.

"Α, ώστε μας θυμήθηκες;", απάντησε η Κυρία. Η φωνή της ακούστηκε διαλλακτική, παραπονεμένη σχεδόν.

01.01.03 φτιάχνει το πρωινό

Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό ένα μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την έβαλε κι' αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.

Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Βηματίζουμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλής που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας, περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε πια σημασία. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!

Στις Καντίνες πάμε. Δεν είναι και τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού είναι ή τι κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν εκεί, ούτε Αδερφές.

Χαζεύουμε, όσο αντέχουμε αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο και βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό μας αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' τις Κοιτίδες μας και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή. Μόλις δει να βγαίνουμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο σωματάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.

Χα, χα. Αριστούργημα!

Μέτρησε με μεγάλη προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως δεν είχε κολλήσει η ένδειξη. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.

Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά θα βγω, αν μπορέσω. Αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω, την Παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Όλο τα ίδια και τα ίδια λες! Μα ισχύει! Μπορεί. Όμως, μπορεί και όχι.

Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί βαζάκι ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.

Νέα πανδημία! Εκτιμώμενη διάρκεια: τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός έπρεπε να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ήταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά, σταμάτησε, απότομα.

"Τασία!"

"Μάλιστα Κυρία".

"Άκουσες;"

"Μάλιστα Κυρία".

"Έτοιμο το πρωινό;"

"Μόλις το έβαλα Κυρία".

"Όπως είναι φέρ' το, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις στο χέρι".

"Αμέσως Κυρία".

Άκουσε πανδημία και τα έκανε επάνω της. Και μόλις ταραχτεί, το μόνο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Τώρα, μπορείς να το ξεχάσεις το φαρμακείο. Την πάτησες! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι θα δούμε; Αφού, τελείωσε, αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!

Μέτρησε την ποσότητα και απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα μεγάλο φλιτζάνι, με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τα ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.

01.02.01 προετοιμασία για έξω

"Να συνεχίσουμε Κυρία;"

"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Φτιάξε μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"

Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της, τον φύλαξε στην θέση του, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι.

Στο μεταξύ η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.

Η Τασία έλεγξε το υγρό μέσα στο φλιτζάνι. Σβόλοι δεν φαίνονταν πια. Το έτεινε στην Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.

Επειδή μας διέκοψε ο Κύριος, είμαστε εδώ. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Ναι, αλλά μας διέκοψε, οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλάνε και την Κυρία. Αυτή σε μάρανε τώρα; Και τι βγαίνει που το λες; Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν δυσκολεύομαι. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα δυσκολεύομαι.

Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.

"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".

"Και ο Κύριος;"

"Θα τον πάρουμε μαζί".

"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"

"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που είπα".

Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, πλησίασε και την άνοιξε.

Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η Παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!

Έσκυψε και άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.

Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, όταν το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, δεν θέλω να είμαι δίπλα της. Φτάνει που έχω να την ντύσω.

Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Ποιος το σκέφτηκε, αυτό το πράγμα; Αφού φοράω τόσα προστατευτικά, πώς είναι δυνατόν να την κολλήσω; Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.

Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι που διέθετε η ντουλάπα.

Μετά, με την πλάτη πάντα γυρισμένη προς την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια και άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο μόνο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα φορέματα.

Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε μαζί με τα εσώρουχα στο ράφι.

Την στιγμή που έκλεινε την ντουλάπα θυμήθηκε τα παπούτσια. Έπιασε το πρώτο ζευγάρι πέδιλα που βρήκε μπροστά της και έκλεισε την πόρτα.

Γύρισε να αντικρίσει την Κυρία. Όμως η Κυρία δεν την περίμενε, είχε επιστρέψει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της. Η Τασία δεν μπορούσε να βοηθήσει σ' αυτό.

Στάθηκε, δίπλα στην ντουλάπα, να περιμένει.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙ Η ΚΥΡΙΑ

"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.

Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια μου.

"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.

Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κινηθώ.

Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε και έρχεται.

Όχι πως έχει καμιά σημασία.

Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Περιμένω, προσπαθώντας να αναπνέω όσο το δυνατόν λιγότερο. Με τρελαίνει, δεν μπορώ να υποφέρω, όλη αυτή την μπόχα απ' τα σώματα των άλλων γύρω μου. Ούτε να τους κοιτάξω δεν μπορώ.

Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Σαν γλειφιτζούρι, να τον γλύψω, μου έρχεται ώρες-ώρες και ας μην τον υποφέρω. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".

Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κανει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην. Για μένα, αυτή είναι η πιο καλή στιγμή της ημέρας.

Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Τι χαμένος! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!

Βγάζω από πάνω μου λερωμένη στολή και σκουφί, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.

Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!

Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.

Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.

Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!

Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!

Μετά αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.

Τσαφ!

Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ήρθε ο ήχος. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.

Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!

Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.

Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα πέσω κάτω και θα βάλω τα κλάματα.

Άγγιγμα πρέπει να είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες, την ώρα της νίψεως πολύ εύκολα την πατάει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!

Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν αγάπη έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία δεν υπάρχει.

Σέρνομαι έξω. Στον διάδρομο γίνεται της κακομοίρας, όλοι τρέχουν να σωθούν. Οι αγάπες πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή είναι αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω εξ' αιτίας του ατμού απ' τα λουτρά. Όμως ξέρω πως παντού, γύρω μου, πρέπει να είναι άλλα σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιο, θα την φάω κι' εγώ. Τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς θα καταφέρω να βγω χωρίς να την φάω;

Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις σαν ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου και να σε σφίγγει, να σε σπάσει. Ένα-δυο δευτερόλεπτα κρατάει κάθε αγάπη αλλά σου φαίνονται ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι που έχουν. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.

Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Προχωράω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι μέσ' τα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή προς την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.

"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.

Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.

Στρίβω.

Δεν βλέπω καμιά διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά τώρα πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;

"Ίσια μπροστά, στη σκιά", ακούω πάλι.

Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.

Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.

Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;

Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;

Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.

Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.

Η Κυρία τελείωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η επιδερμίδα της φαινόταν πλέον αλαβάστρινη όμως από κάτω η Κυρία είχε αφήσει να διακρίνονται οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της μια κάπως δραματική αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ρεαλιστική όψη.

Η Τασία κοίταξε την Κυρία, καθώς πλησίαζε.

Αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της Κυρίας θα ήταν... Και το ξέρει. Φαντάσου πώς νιώθει, μέσα της. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!

Πλησιάζοντας, η Κυρία αμφιταλαντεύτηκε. Μετά, έσκασε ένα χαμόγελο προς την κατεύθυνση της Τασίας.

Νάτα τα μεντς, άρχισαν να λειτουργούν! Ευτυχώς! Ευτυχώς!

Η ΤΑΣΊΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΝΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ. ΑΥΤΉ ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΜΟΝΟ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΝΤΥΣΕΙ Η ΤΑΣΙΑ

Δεν ανταπέδωσε, η Τασία. Μάζεψε μόνο γρήγορα τα ρούχα της Κυρίας και τα άπλωσε στο κρε ανταπέδωσε, πολύ δειλά.

Ως διαδικασία, το ντύσιμο της Κυρίας δεν είχε καμιά σχέση με την ένδυση της Τασίας, προηγουμένως. Η Τασία φορούσε την στολή της, σαν στρατιώτης, ενώ την Κυρία έπρεπε να την ντύσει σαν μωρό. Επειδή όμως η Κυρία ήταν τώρα πολύ πιο συνεργάσιμη, η υπόθεση τελείωσε σύντομα και χωρίς προστριβές.

Βγαίνοντας απ' το δωμάτιο η Κυρία ήταν σε πολύ καλή διάθεση. Μέχρι και μια μπουκιά στο στόμα της προσφέρθηκε να βάλει, πριν φύγουν.

Η συσκευή του Κυρίου ήξερε και ακολουθούσε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν ο Κύριος να είναι όνλαϊν.

01.02.02 στο φαρμακείο

Έξω, ήταν δύσκολα. Είχε ζέστη και υγρασία. Η Τασία περίμενε την Κυρία να προπορευτεί και την ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο τους, λίγο μετά τη γωνία. Διακρίνονταν ήδη δυο-τρεις Παραμάνες που στέκονταν στην ουρά.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ. ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ -- ΔΕΝ ΠΑΝΕ ΣΕ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ; ΑΜΦΙΕΣΗ, ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ. ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΜΟΛΙΣ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Η ΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΕΙ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΚΤΕΘΕΙ ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ ΤΟ ΑΙΜΑ -- ΤΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΑΦΟΥ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΙ; ΠΟΥ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΕΙ;

ΤΙ ΒΛΕΠΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΕΝΤΣ; ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΤΑΣΙΑ;

ΜΕΤΑ, ΘΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ. Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ. ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, Η ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ