2026-05-27
amomon aima
ξυπνάει μέσ' τα αίματα
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Δυσκολευόταν να εστιάσει.
Χρύσα! Χρύσα! Αχ, μωρέ Χρύσα!
Δεν μας παρατάς με την Χρύσα σου; Η Κυρία θα ξυπνήσει όπου να' ναι, πρέπει να ετοιμαστείς για την παραβίωση. Μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.
Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.
Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Αλλά, το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Ωχ, νάτο, το αίμα. Νάτο, το νιώθω. Κολλάει και γλιστράει, ταυτόχρονα. Σαν φίδι είναι. Α, το σιχαμένο.
Αιμορραγία έχουμε! Πάλι! Πάλι!
Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή που μετρούσε το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της από τα αίματα και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.
Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.
Κοίταξε, μια στιγμή, το χρονόμετρο. '6' έλεγε.
"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Νάτη, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι, και μετά, το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.
Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28%'.
Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Θα λιποθυμήσω με το που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας. Αλλά και αυτό να μην γίνει, δεν θα πλυθεί καλά το αίμα της και θα φανεί στον ισοσταθμιστή. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Τίποτα, δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Δυο ή τρεις φιάλες άραγε; Τρεις, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική στα γκισέ; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.
Έστησε αυτί. Τίποτα.
Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω κάτι μέσα και κολλήσει η Κυρία; Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Τα πρωτόκολλα είναι απαράβατα. Να τα κάνω γρήγορα — αυτό είναι το μόνο που περνάει απ' το χέρι μου.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.
Χρύσα!
Αει παρατα μας, σου λέω.
Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.
Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.
Γρήγορα! Πιο γρήγορα.
Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.
Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.
Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Νίψις τέλος. Σειρά της Ενδύσεως τώρα. Όμως κουνήσου. Πάρε τα χέρια σου!
Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Άρπαξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.
Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία για την οποία είχαν σχεδιαστεί. Η πολύχρονη όμως επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.
Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Το βλέμμα της ήταν επιδοκιμαστικό.
Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.
Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!
Άνοιξε την πόρτα.
στον διάδρομο
Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο του Κυρίου και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε αργά, μεταφέροντας πολύ προσεκτικά το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.
"Χρύσα, στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;
Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.
Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".
Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της. Σε εμένα μιλάει; Είναι δυνατόν;
Ένα μαχαίρι βυθίζεται στο στήθος μου. Και μετά, αρχίζει να στριφογυρίζει.
Την γνώρισα εδώ, στα Λουτρά των Θαλάμων, μετά που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες. Όλο να την κοιτάω θέλω κι' ας μην το αντέχω. Αλλά τι ήταν αυτό που είπε; Αφού δεν επιτρέπεται, έξω από τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο. Τρελή είναι;
Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε άραγε; Δεν τολμώ, ούτε να ανοίξω το στόμα μου, ούτε να κοιτάξω ξανά προς το μέρος της.
Όταν έφτασε στην έξοδο, στάθηκε. Έστησε αυτί. Τίποτα. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.
Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι και τόσο δυνατό.
Ανάθεμα!
"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.
"Εγώ, Κυρία".
"Πού είσαι;"
"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".
Έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.
"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".
Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας έβλεπαν, έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πήγαινε να πει αυτό το "Σε καλύπτω"; Αφού θα μας έβλεπαν αμέσως, και τις δυο, έτσι και σήκωναν το βλέμμα.
Σαν τρελή τρέχω — αθόρυβα! — προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω — αθόρυβα! — μερικά σκαλιά. Εδώ, δεν φαινόμαστε, θα 'μαστε ασφαλείς. Στέκομαι. Γυρίζω. Με έφτασε, η Χρύσα. Δίπλα μου είναι, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!
Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.
Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!
Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.
Πάμε, πάμε!
Και με την παραβίωση τι θα γίνει; Αφού δεν φτάνει το αίμα σου.
Δεν ξέρω! Παράτα με!
Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Παντού υπήρχαν ράγες ρούχων κλεισμένων σε αεροστεγείς πλαστικές σακούλες. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Δίπλα του, η συσκευή του Κυρίου ακόμη φόρτιζε, το λαμπάκι της αναβόσβηνε. Η πόρτα της τουαλέτας ήταν μισάνοικτη.
"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;"
Η τσιρίδα της Κυρίας ήρθε από δίπλα της, από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, η Τασία αναπήδησε προς την άλλη.
"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;".
Η Τασία έκανε πίσω άλλο ένα βήμα. Γύρισε και αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Το μαλλί της ήταν ανάστατο. Η στριγκή της φωνή έτρεμε. Το κορμί, και ειδικά τα χέρια της, διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.
"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"
Η Τασία έκανε λίγο στο πλάι. Είδε μια πετσέτα κάτω. Έσκυψε, την μάζεψε, και ξεκίνησε να την πάει στη θέση της, στην τουαλέτα.
"Άστα αυτά", την διέκοψε η φωνή της Κυρίας. "Ήρθες να μας βάλεις και σε τάξη τώρα; Άντε να μου φτιάξεις το πρωινό μου".
Πρωινό; Και η παραβίωση; Την ξέχασε; Προλαβαίνω, άραγε, να τρέξω στο φαρμακείο, όσο θα γίνεται το πρωινό της; Κι' αν με φωνάξει;
Άφησε την πετσέτα πρόχειρα στην πλάτη μιας μικρής πολυθρόνας. Με το βλέμμα κρατημένο χαμηλά πέρασε ανάμεσα απ' τις ράγες των ρούχων και χώθηκε στον προθάλαμο, εκεί που δεν την έβλεπε η Κυρία. Έβγαλε την ποδιά και τα υπόλοιπα προστατευτικά και τα πέταξε. Άνοιξε την πόρτα.
"Καλημέρα αγάπη μου", ακούστηκε η φωνή του Κυρίου απ' την συσκευή.
"Α, ώστε μας θυμήθηκες;", απάντησε η Κυρία. Η φωνή της ακούστηκε διαλλακτική, παραπονεμένη σχεδόν.
φτιάχνει το πρωινό
Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό ένα μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την έβαλε κι' αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.
Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Βηματίζουμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλής που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας, περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε πια σημασία. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!
Στις Καντίνες πάμε. Δεν είναι και τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού είναι ή τι κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν εκεί, ούτε Αδερφές.
Χαζεύουμε, όσο αντέχουμε αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο και βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό μας αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' τις Κοιτίδες μας και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή. Μόλις δει να βγαίνουμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο σωματάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.
Χα, χα. Αριστούργημα!
Μέτρησε με μεγάλη προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως δεν είχε κολλήσει η ένδειξη. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.
Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά θα βγω, αν μπορέσω. Αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω, την παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Όλο τα ίδια και τα ίδια λες! Μα ισχύει! Μπορεί. Όμως, μπορεί και όχι.
Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί βαζάκι ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.
Νέα πανδημία! Εκτιμώμενη διάρκεια: τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός έπρεπε να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ήταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά, σταμάτησε, απότομα.
"Τασία!"
"Μάλιστα Κυρία".
"Άκουσες;"
"Μάλιστα Κυρία".
"Έτοιμο το πρωινό;"
"Μόλις το έβαλα Κυρία".
"Όπως είναι φέρ' το, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις στο χέρι".
"Αμέσως Κυρία".
Άκουσε πανδημία και τα έκανε επάνω της. Και μόλις ταραχτεί, το μόνο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Τώρα, μπορείς να το ξεχάσεις το φαρμακείο. Την πάτησες! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι θα δούμε; Αφού, τελείωσε, αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!
Μέτρησε την ποσότητα και απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα μεγάλο φλιτζάνι, με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τα ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.
παραβίωση
Μπαίνοντας στο δωμάτιο παρά λίγο να πέσει πάνω στον Κύριο. Η συσκευή του είχε μετακινηθεί μπροστά στην είσοδο και η κάμερα της ήταν γυρισμένη προς το εσωτερικό του δωματίου.
"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία. Η Κυρία κάτι πήγε να απαντήσει αλλά είδε την Τασία και σταμάτησε.
Ο Κύριος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά, ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα νεύμα προς την κατεύθυνση του και προσπέρασε. Έριξε πάνω της ένα νέο σετ προστατευτικών και πλησίασε το κρεβάτι, όπου τώρα ήταν ξαπλωμένη η Κυρία.
"Α, ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Εδώ, άσε το" είπε, και έδειξε ανυπόμονα το κομοδίνο δίπλα της.
Να η ευκαιρία. Αν με διώξει, μπορεί να προλάβω να πάω στο φαρμακείο.
Η Τασία έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο.
Πρόσεξε πώς θα το πεις!
"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"
Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.
"Τασία, άσε τις ερωτήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις".
Η Τασία και η Κυρία κοιτάχτηκαν μια στιγμή. Τα βλέφαρα της Κυρίας πετάρισαν νευρικά. Στο τέλος η Κυρία γύρισε προς τον Κύριο και είπε υποχωρητικά.
"Μα, δεν τελειώσαμε".
"Πρώτα η υγεία σου", την έκοψε ο Κύριος. "Χωρίς αυτήν, τι νόημα έχουν όλα τα άλλα;"
"Μετά, θα μπλέξεις με την δουλειά και δεν θα μπορείς".
"Μην ανησυχείς, θα βρούμε τον χρόνο".
Η Κυρία έμεινε σιωπηλή.
Τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Ξεκίνα — δεν γίνεται να μην ξεκινήσεις. Ξεκίνα και βλέπουμε.
Η Τασία επέστρεψε στον προθάλαμο. Ο Κύριος κατάλαβε πως εμπόδιζε εκεί που στεκόταν. Πέρασε στο εσωτερικό του δωματίου και πήγε και στάθηκε κοντά στο κρεβάτι, εκεί που δεν υπήρχε κίνδυνος να μπλεχτούν οι ρόδες του στις ράγες των ρούχων.
Από ένα ντουλάπι η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή, την συσκευή που ρύθμιζε την ροή του αίματος την ώρα της παραβίωσης. Αφαίρεσε το προστατευτικό του κάλυμμα και βεβαιώθηκε πως η μπαταρία του ήταν φορτισμένη. Άνοιξε το συρτάρι πάνω απ' το ντουλάπι, πήρε μια χούφτα αναλώσιμα και τα έριξε στην τσέπη της ποδιάς της. Μετά, έσπρωξε τον ισοσταθμιστή στα ροδάκια του μέχρι να πάει και να σταθεί κοντά στο κρεβάτι. Κάθισε στο καρεκλάκι που είχε για την ώρα της παραβίωσης και άπλωσε στην ποδιά της τα αναλώσιμα να τα ξεδιαλέξει.
Τι θα απογίνω, τώρα που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας; Θα λιποθυμήσω ή χειρότερα; Και μετά, όταν θα κολλήσει ο η μηχανή, τι θα γίνει; Θα με διώξει αμέσως, άραγε; Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Σταμάτα, σταμάτα. Πρώτη φορά είναι; Αφού, έτσι πάει. Σταμάτα!
Χωρίς να κοιτάει, η Τασία έλεγχε με τις άκρες των δαχτύλων της τις απολήξεις των αισθητήρων. Τους ίσιωνε, αν μπορούσε, και τους έβαζε στην άκρη, αν ήταν για πέταμα. Δούλευε γρήγορα αλλά μηχανικά. Η Κυρία περίμενε, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι και πότε-πότε έβγαζε έναν μικρό αναστεναγμό.
Η Κεφαλής μας παρατάσσει έξω απ' την Κοιτίδα.
"Κλίνατε, επί δε-ξιά! Εμπρός Βάδην, Μαρς".
Εκτελούμε, μηχανικά. Αγουροξυπνημένα είμαστε ακόμα. Η Κεφαλής όλο γυρνάει και ελέγχει, μην έχει παρεκκλίνει κανείς. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πάμε Καντίνες τόσο νωρίς. Ούτε την Κάθαρσή μας δεν προλάβαμε να κάνουμε καλά-καλά. Οι Αδελφές ήταν πολύ θυμωμένες. Αλλά αφού η Κεφαλής είπε να βγούμε και να παραταχθούμε, δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.
Δεν ξέρουμε πόση ώρα περπατάμε. Μετράμε ένα-ένα τα δευτερόλεπτα. Και, ταυτόχρονα, έχουμε χάσει το μέτρημα. Όλα, μέσα μας, φωνάζουν μπερδεμένα. Καθώς εισπνέουμε, το μυαλό μας πλημμυρίζει με σκέψεις, καθώς εκπνέουμε συνεισφέρουμε τις δικές μας. Έτσι πάει, με την αναπνοή. Ένα μυαλό σε εικοσιοκτώ σώματα, τριάντα δύο, αν υπολογίσουμε και τις απώλειες.
Αλλά τώρα, σαν κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει κάτι κακό, το νιώθουμε κατά κύματα. Το βλέπουμε μπροστά, τρομάζουμε, και το μεταφέρουμε και πιο πίσω. Δεν ξέρουμε τι είναι. Όμως η Κεφαλής, δεν σταματά, συνεχίζει, επιμένει, να προχωρά.
Φοβόμαστε! Τι είναι αυτό που στέκει μπροστά μας; Πού είναι οι Καντινούλες μας; Τα Σνίπιζ; Θα είναι μόνα τους τώρα, τα κακόμοιρα.
Μπροστά μας, χάσκει μια τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του τοπίου, των ελεεινών αυτών χωραφιών. Το ξέρουμε πως είναι ψεύτικα, κι' αυτά, και τα μενεξεδένια βουνά, που φαίνονται πέρα στο βάθος. Αλλά αυτή εδώ η τρύπα, στη μέση του πουθενά, τι ρόλο παίζει; Με πόρτα μοιάζει. Πού οδηγεί; Στο εσωτερικό της δεν φαίνεται τίποτα. Άσπρο, μόνο άσπρο. Αστραφτερό. Φρικτό που είναι!
Η Κεφαλής στέκεται δίπλα ακριβώς απ' την τρύπα. Την δείχνει και μας λέει να μην χάνουμε την ώρα μας. Δηλαδή, τι; Φαντάζεται πως θα μπούμε ποτέ εκεί μέσα; Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε! Σταμάτα, μην μας βασανίζεις. Κακιά! Κακιά. Πηρούνα!
Υπακούμε. Τι άλλο να κάνουμε; Τι μπορούμε; Μέσ' το μυαλό μας βουητό και αντάρα. Θρηνούμε γοερά. Ένα-ένα πλησιάζουμε, σκύβουμε, και πηδάμε μέσα, στο πουθενά. Και, κάθε φορά, η τρύπα κάνει ένα 'ποπ', 'ποπ', 'ποπ'. Ποιος να το έλεγε. Κι' εμείς που λέγαμε. Τι λέγαμε; Δεν ξέρω. Όχι πάντως αυτό. Κι' ο Μπαμπούλας ακόμη, καλύτερος θα' ταν. Πιο ζεστός, πιο ανθρώπινος. Όχι αυτό το πράγμα. Αυτό το ανύπαρκτο.
Πλησιάζουμε. Τρία βήματα. Μην τρέμεις! Δύο. Θυμήσου να αναπνεύσεις. Τα μάτια μου θολώνουν. Ένα. Ξεχνώ να αναπνεύσω. 'Ποπ'.
Η Τασία προσάρμοσε τους αισθητήρες και τα σωληνάκια του ισοσταθμιστή στο μπράτσο της Κυρίας. Έβαλε όλη της την προσοχή γιατί δεν έπρεπε να την αγγίξει, έστω και αν φορούσε γάντια. Μετά, επανέλαβε και στο δικό της. Έλεγξε άλλη μια φορά όλες τις συνδέσεις και πάτησε το μεγάλο, πράσινο κουμπί. Η συσκευή άρχισε να κάνει 'γρρρ'.
Είμαι σε µια συναυλία. Το πλήθος, γύρω µου, ουρλιάζει φρενιασμένα. Γυροφέρνω σ’ ένα παζάρι. Οι έμποροι διαγωνίζονται ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Ανεβαίνω τις σκάλες ενός σχολείου. Τα παιδιά, γύρω µου, φωνάζουν. Χασκογελάνε. Μουρμουρίζουν. Και μετά, σιωπή. Μόνο κάτι ανάσες μπορώ πια να διακρίνω. Αλλά ούτε καν γι’ αυτές δεν είμαι σίγουρη.
Τι σκέψεις είναι αυτές. Πού τις βρήκα; Δυσκολεύομαι να τις αναγνωρίσω.
Θυμάμαι. Αρχίζω να θυμάμαι, ποια είμαι. Η ανάμνηση πέφτει πάνω μου σαν παγωμένο νερό.
Πώς είναι δυνατόν; Πού βρίσκομαι; Τι έχει συμβεί;
Αλλά... Προπαντός. Πώς γίνεται και σκέφτομαι στο ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ;
Μαγκώνω ολόκληρη. Μυαλό και σώμα ακινητοποιούνται. Ούτε ν' αναπνεύσω δεν τολμώ. Ακόμη και μια αναπνοή είναι αρκετή για να προδώσει την κατάστασή μου. Δεν είμαι έτοιμη να μάθω. Φοβάμαι. Αλλά, τελικά, αναγκάζομαι. Εισπνέω. Εισπνέω ένα-ένα τα μόρια του οξυγόνου και ψάχνω με αγωνία. Πού είναι οι φωνές των άλλων; Θα νιώσω τον παλμό της σκέψης τους; Τίποτα. Σιωπή. Νέκρα.
Η έλλειψη αέρα με αναγκάζει να πάρω βαθιά αναπνοή. Κι' άλλη. Κι' άλλη. Η πραγματικότητα στέκει απέναντί μου και με παρατηρεί. Είμαι μόνη μου πια. Κατάμονη.
Ο αέρας, καθ’ αυτός, είναι το πρώτο που µού τραβάει την προσοχή. Πόσες μυρωδιές! Άγνωστες, όλες.
Πεταρίζω τα βλέφαρα. Τίποτα. Μόνο άσπρο. Ξαναδοκιμάζω. Τα ίδια. Όμως, κάτι ακούω, εδώ, δίπλα. Πάω να πω "δίπλα μου", αλλά δεν μου' ρχεται. Δεν θέλω, να μιλάω σαν να είμαι μόνη. Ποιος μας το έκανε αυτό το κακό; Πώς έγινε και χωριστήκαμε; Το μυαλό — το μυαλό "μου" — δεν μπορεί να το χωρέσει. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω όμως, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν υπάρχει και ένα μόνο πράγμα που να μπορώ να κάνω μόνη μου, τότε ποτέ δεν θα ξεχάσω, ποτέ δεν θα συγχωρήσω.
Μήπως υπερβάλλω; Μήπως είναι κάτι απλό; Μήπως, απλώς, έχω κουφαθεί; Ή τυφλωθεί; Αλλά, τι λέω; Αφού την ακούω καθαρά την ανάσα αυτή δίπλα μου. Κι’ ούτε η όρασή μου έχει τίποτα. Ζαλισμένη είμαι. Να, υψώνω τα χέρια — τα χέρια μου — και βλέπω σκιές να περνούν μπροστά από εκεί που είναι τα μάτια μου. Μπορεί να μην βλέπω ακόμη, αλλά θα δω, είμαι σίγουρη. Σε λίγο, θα δω.
Και πράγματι. Κουνώ τα δάχτυλα και ο χορός των σκιών γίνεται όλο και πιο αργός, όλο και πιο αργός, ώσπου σταματάει. Οι σκιές γεμίζουν χρώμα και μετατρέπονται σε δάκτυλα. Ισχνά και κακομοιριασμένα, αλλά δάκτυλα. Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω γύρω. Διακρίνω σώματα. Εμείς είμαστε. Εμείς και μερικές Αδελφές. Βρισκόμαστε, καταλαβαίνω, από την άλλη πλευρά της τρύπας. Αλλά πώς
"Πού πας; Φεύγεις;", φώναξε αναπάντεχα η Κυρία.
Η Τασία αναπήδησε, ξαφνιασμένη. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Λίγο πάνω απ' τη μέση ήταν, στα τρία τέταρτα. Στο Κύριο απευθυνόταν η Κυρία. Αλλά άργησε, δεν τον πρόλαβε. Η οθόνη του ήταν πια κλειστή.
προετοιμασία για εξω
"Να συνεχίσουμε Κυρία;"
"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο, πιάστηκα. Και, διψάω. Φτιάξε μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς θα το πιώ; Τρελή είσαι;"
Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της, τον παράχωσε πίσω στο ντουλάπι, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι, και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι.
Στο μεταξύ, η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και γύρισε στο δωμάτιο.
Η Τασία έλεγξε το υγρό μέσα στο φλιτζάνι. Δεν φαίνονταν τίποτα σβόλοι, όχι μεγάλοι τουλάχιστον. Το έτεινε προς την Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια καχύποπτη ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.
Επειδή μας διέκοψε ο Κύριος, είμαστε εδώ. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Ναι, αλλά μας διέκοψε, οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλάνε και την Κυρία. Αυτή σε μάρανε τώρα; Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να ξανασυμβεί. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν δυσκολεύομαι. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα δυσκολεύομαι.
Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για τις πρώτες ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.
"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".
"Και ο Κύριος;"
"Θα τον πάρουμε μαζί".
"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"
"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που σου είπα".
Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, πλησίασε και την άνοιξε.
Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!
Έσκυψε και άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.
Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, ενώ το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, ούτε να την βλέπω δεν θέλω. Φτάνει που έχω να την ντύσω.
Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Τόσα προστατευτικά φοράω. Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά, όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.
Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι.
Μετά, με την πλάτη γυρισμένη πάντα προς την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια και άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο μόνο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα φορέματα.
Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε κι' αυτό στο ράφι μαζί με τα εσώρουχα.
Τα παπούτσια, αυτά που η Κυρία ήθελε να έχει πρόχειρα, ήταν στην δική τους ντουλάπα (τα υπόλοιπα βρίσκονταν πακεταρισμένα στην αποθήκη). Η Τασία την άνοιξε, όσο χρειαζόταν, για να βγάλει ένα ζευγάρι δερμάτινα πέδιλα και την ξανάκλεισε. Το ίδιο έκανε και για την επιλογή τσάντας, ζώνης και κολιέ. Στα σκουλαρίκια μόνο κόμπιασε. Τελικά, έβγαλε ολόκληρη μια μπιζουτιέρα για να διαλέξει μόνη της η Κυρία.
Γύρισε να την αντικρίσει. Όμως η Κυρία δεν περίμενε, είχε επιστρέψει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της. Στην διαδικασία αυτή δεν ήταν δυνατόν να βοηθήσει η Τασία αφού προϋπέθετε φυσική επαφή. Η Τασία κρέμασε τακτικά στο καλόγερο τα ρούχα που είχε επιλέξει και στάθηκε δίπλα του να περιμένει την κρίση της Κυρίας.
"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.
Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια.
"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.
Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κουνηθώ.
Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε. Έρχεται.
Όχι πως έχει καμιά σημασία.
Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Φταίει η μπόχα απ' τα σώματα των άλλων, γύρω μου. Δεν μπορώ να την υποφέρω.
Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Να τον γλύψω, σαν γλειφιτζούρι, μου έρχεται ώρες-ώρες — και ας μην τον συμπαθώ. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".
Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κανει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην — αυτή είναι η καλύτερη στιγμή της ημέρας!
Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Α, τον χαμένο! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!
Πετάω από πάνω μου σκουφί και λερωμένη στολή, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.
Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!
Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας όμως νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.
Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.
Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!
Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!
Μετά, αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.
Τσαφ! Σαν μαστίγιο σκάει ο ήχος μέσ' τα Νιπτήρια.
Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ακούστηκε. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.
Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!
Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.
Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα βάλω τα κλάματα.
Άγγιγμα είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες. Την ώρα της νίψεως είναι πολύ εύκολο να την πατήσει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!
Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν αγάπη έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία ουκ έστι.
Σέρνομαι έξω απ' το λουτρό. Της κακομοίρας γίνεται, όλοι προσπαθούν να σωθούν. Οι αγάπες πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω. Ο ατμός απ' τα λουτρά φταίει. Παντού, γύρω μου, είναι σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιον, θα την φάμε κι' οι δυο. Τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς να βγω χωρίς να την φάω;
Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις σαν ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου και να σε σφίγγει, να σε σπάσει. Ένα-δυο δευτερόλεπτα κρατάει μόνο, κάθε αγάπη, αλλά μοιάζουν με ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι, που έχουν στη ζώνη τους. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.
Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Έρπω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι στα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή από την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.
"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.
Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.
Στρίβω.
Δεν βλέπω διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό, από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;
"Ίσια μπροστά, προς την σκιά", ακούω πάλι.
Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.
Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.
Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;
Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;
Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.
Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.
Η Κυρία τελείωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η επιδερμίδα της φαινόταν πλέον αλαβάστρινη όμως από κάτω η Κυρία είχε αφήσει να διακρίνονται οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της μια κάπως δραματική αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ρεαλιστική όψη.
Η Τασία κοίταζε την Κυρία καθώς πλησίαζε.
Αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της Κυρίας θα ήταν... Και το ξέρει. Φαντάσου πώς νιώθει, μέσα της. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!
Τα χαρακτηριστικά της Κυρίας αμφιταλαντεύτηκαν, ώσπου κατέληξαν σε ένα χαμόγελο.
Νάτα τα μεντς. Λειτουργούν! Καιρός ήταν!
Η Τασία γύρισε προς τον καλόγερο. Η Κυρία έριξε μια γρήγορη ματιά. Κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της, διάλεξε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και τα άφησε δίπλα στα υπόλοιπα αξέσοριζ. Μετά, σήκωσε τα χέρια ψηλά και γύρισε την πλάτη της για να βοηθήσει την Τασία στο έργο της.
Επειδή η Κυρία ήταν τώρα πιο συνεργάσιμη, η διαδικασία τελείωσε σύντομα και χωρίς προστριβές.
Βγαίνοντας, η Κυρία προσφέρθηκε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της, πριν φύγουν. Η Τασία έτρεξε στην κουζίνα να βρει κάτι.
Όσο για την συσκευή του Κυρίου, ήξερε και ακολούθησε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν να είναι ονλάιν ο Κύριος.
στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε τα αφεντικά της να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.
Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα πιο πέρα και έβγαλε να πιει μια γουλιά μεντς. Η συσκευή του Κυρίου πάρκαρε δίπλα της. Η Τασία βεβαιώθηκε πως κανείς απ' τους δυο τους δεν ήταν εκτεθειμένος στον ήλιο και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου.
Το πολύ πέντε λεπτά. Κανόνισε την πορεία σου.
Στο εσωτερικό του φαρμακείου οι Παραμάνες ήσαν μεταξύ τους, συνήθως. Αν, τυχόν, έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, ήξεραν, και το απέφευγαν.
Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Χασκογελούσαν μεταξύ τους αλλά έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τους τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους διαγράφονταν κάτω απ' τις στολές.
"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"
Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν, κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.
Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε την ομάδα των Παραμάνων και πήγε και στάθηκε στο πρώτο γκισέ.
Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.
"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"
Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.
"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις;"
Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.
Δεν είμαι χτεσινή, δεν με ξεγελάει η προσωρινή ψευτο-ασφάλεια που νιώθω. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο δεν μπορούν να δουν τι κάνω. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' τις Τράπεζες. Ελπίζω πως δεν μπορούν να με ακολουθήσουν. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από έναν κάδο ανακύκλωσης και περιμένω να χτυπήσει το Σήμαντρο.
Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά νιώθω υπερήφανη. Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές με μεγάλα μαστάρια και μπούτια.
Στο δικό τους το μυαλό, πάχος, ίσον παραγωγικότητα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν παν να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, εκεί, το χαβά τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς τόσο περισσότερο πλάσμα παράγει. Γι' αυτό και το στάνταρ παραμανικό ντι εν έι κωδικοποιεί την συγκεκριμένη προδιάθεση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί, ούτε πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες. Οπότε, γιατί με κυνηγάνε; Είναι άδικο, τόσο άδικο!
Η υπάλληλος τελείωσε και σήκωσε το κεφάλι.
"Καλημέρα σας. Η Αγγελική; Στην αποθήκη είναι σήμερα;"
"Τι θα θέλατε;"
"Να μιλήσω με την Αγγελική".
"Εννοώ, τι θέλετε να παραγγείλετε;"
"Μπορώ να μιλήσω με την Αγγελική, δυο λεπτά;"
"Πέστε μου εμένα".
"Άρρωστη είναι; Ή είναι πίσω;"
"Δεν βλέπετε πόσο κόσμο έχουμε; Δώστε μου την παραγγελία σας".
Η Τασία κατάλαβε και σταμάτησε. Πήρε μια αναπνοή. Μετά, με ψύχραιμο ύφος ζήτησε τέσσερεις φιάλες. Μόνο που δεν γέλασε η υπάλληλος. Λόγω πανδημίας, είπε, μόνο μία μπορούσε να διαθέσει, ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική, τώρα, είχε σοβαρότερα προβλήματα. Πήρε την φιάλη, χρέωσε τον λογαριασμό της Κυρίας και απομακρύνθηκε.
Βγήκε τρέχοντας, και με το κεφάλι κάτω. Οι άλλες Παραμάνες ακόμη σχολίαζαν.
Στον προθάλαμο του Φαρμακείου αναγκαστικά, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη αίματος στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της.
Για να μην μου λέει τίποτα αυτή, πρέπει να την συνέλαβαν, την Αγγελική! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε;
Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στην πλατεία, μήπως;
Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Ευτυχώς, η Κυρία δεν είχε κουνηθεί απο εκεί που την είχε αφήσει. Όμως το σώμα της τώρα έγερνε και το βλέμμα της ήταν απλανές. Χαμένη στα μεντς ήταν. Αν δεν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, να της αποσπάσει την προσοχή, μπορούσε να λιποθυμήσει — ή και χειρότερα — χωρίς να το καταλάβει.
Όσο για τον Κύριο, κατά την διάρκεια της ημέρας, σπανίως ευκαιρούσε να μπει ονλάιν. Δεν μπορούσε να βασιστεί κανείς σ' αυτόν.
"Κυρία;"
Η Κυρία ζορίστηκε φανερά να περιμαζέψει την προσοχή της. Όταν το βλέμμα της κατάφερνε να εστιάσει στην Τασία πήγε να ανοίξει το στόμα της να πει κάτι. Αλλά, άλλαξε γνώμη. Έριξε μόνο μια ματιά προς την συσκευή του Κυρίου, μετά έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.
καθ' οδόν
Από το φαρμακείο μέχρι την πλατεία ήταν δέκα λεπτά δρόμος. Η συσκευή του Κυρίου δυσκολευόταν με το οδόστρωμα που ήταν γεμάτο λακκούβες αλλά κούτσα-κούτσα τα κατάφερνε.
Η Τασία περπατούσε κρατώντας το βλέμμα της στραμμένο προς τα αριστερά, ώστε να μην χρειάζεται να βλέπει την Πεντέλη.
Κάνουμε βήμα στο προαύλιο. Τα κτίρια της Μονής — της Ιεράς καί Σεβασμίας Μονής του Παντοκράτορα Ταώ Πεντέλης, όπως είναι το επίσημο όνομά της — υψώνονται πάνω απ' τα κεφάλια μας. Κάπως μου μου φαίνονται, όταν τα κοιτάω, αλλά δεν ξέρω πώς ακριβώς. Οι Γέροντες λένε πως κάποιοι από τους τοίχους αυτούς στέκουν επί εκατοντάδες χρόνια. Αλλά σημαίνει κάτι αυτό; Τι σχέση έχει η Μονή με αυτό που ήταν παλιότερα;
Ούτε γιατί μας βάζουν να κάνουμε βήμα, καταλαβαίνω. Σε τι θα μας χρειαστεί, όταν θα υπηρετούμε στα Λαϊκά των πόλεων; Αντίθετα, τα τραγούδια που λέμε, όσο βηματίζουμε, μού αρέσουν — σε όλους μας αρέσουν. Μιλάνε για τις κόκκινες σταγόνες (το σήμα των Παραμάνων), για τους ανθρώπους στις πόλεις που μας έχουν τόσο ανάγκη, για την Αρχιεπισκοπή που κάνει τα πάντα για μας και πολλά άλλα. Τα περισσότερα είναι εύθυμα αλλά υπάρχουν και μερικά λυπητερά Κάποιες φορές μου αρέσουν περισσότερο αυτά.
Προσπερνάμε τις Τράπεζες — εκεί που τρώμε — και συνεχίζουμε προς Κοιτίδες. Τις θυμάμαι ακόμη, πολύ καλά, αν και θα προτιμούσα να μην, όπως και οι περισσότεροι, νομίζω.
Η 25ης Μαρτίου δεν είχε κίνηση. Θα πύκνωνε αργότερα, όταν θα πλησίαζαν την πλατεία, όπου ήταν μαζεμένα τα Κυβερνητικά. Σε αυτά ζούσε ο κόσμος. Σε ιδιωτικές κατοικίες ελάχιστοι απέμεναν.
Οι παλιές πολυκατοικίες ήταν οι πρώτες που εγκαταλείφθηκαν. Σκέτοι οι σκελετοί τους έχασκαν τώρα, αν δεν είχαν πέσει κι' αυτοί. Τα χαμηλά σπίτια είχαν καλύτερη τύχη. Πολλά κατοικούνταν ακόμη αλλά και όσα είχαν εγκαταλειφθεί, έμοιαζαν σαν οι ιδιοκτήτες τους να επρόκειτο να επιστρέψουν σε λίγο. Τα χαλάσματα ήσαν μετρημένα. Από μακριά, η εικόνα που πρόβαλλαν ήταν περίεργα ομοιογενής. Το μόνο που διατάρασσε το τοπίο ήταν η ερημωμένη Αττική Οδός που χώριζε το Χαλάνδρι από τα Βριλήσσια.
Αν ήμουνα κυρία θα μπορούσα να παίρνω μέντς κι' εγώ. Να μην βλέπω, να μην ακούω, να είμαι αλλού. Να κάνω ό,τι θέλω. Η Κυρία, για παράδειγμα, πάρα πολύ θα ήθελα να ήξερα τι βλέπει και τι κάνει. Κάτι φρικτό θα είναι, σίγουρα. Δεν ξέρω γιατί το λέω αυτό. Εγώ πάντως έτσι θα έκανα. Θα διάλεγα το χειρότερο που μπορώ να διανοηθώ. Να τρώω μωρά, ας πούμε. Να τα κυνηγάω, να τα πιάνω και να τα τρώω. Γιατί; Γιατί όχι; Για πλάκα. Και μάλιστα, δημόσια, ανάμεσα σε κόσμο. Να με κοιτάνε, να λένε "πω πω", και να γυρνάνε απ' την άλλη με φρίκη. Γιατί τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; Δικά μου θα ήταν τα μεντς, ό,τι ήθελα εγώ θα γινόταν. Αλλά, δυστυχώς, δεν γίνεται να πάρω. Ρίχνουν τραγικά την πίεση. Μεντς και Παραμάνες, δεν πάνε.
Η Κυρία έγνεψε στην Τασία να περάσει μπροστά. Οι ζητιάνοι είχαν αρχίσει να γίνονται ενοχλητικοί. Και ζαλισμένη όπως ήταν απ' τα μεντς η Κυρία, δυσκολευόταν να τους παραμερίζει.
Η Τασία υπάκουσε. Κάθε που κάποιος περαστικός επιχειρούσε να της απευθύνει τον λόγο, σήκωνε τα χέρια ψηλά, έκλεινε επιδεικτικά τα αυτιά της και προσπερνούσε. Κατά πρόσωπο, ποτέ δεν τους κοιτούσε, άλλωστε ήξερε πολύ καλά τι ήθελαν. Να της πουλήσουν αίμα ήθελαν, φτηνό αίμα. Ένας θεός ήξερε πού το είχαν βρει και τι ποιότητας ήταν.