2026-04-03
01.01.02 στον διάδρομο
Μπροστά της έχασκε ο διάδρομος προς τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού.
"Χρύσα! Χρύσα!", ψιθυρίζω παρακλητικά.
Αλλά αυτή, τίποτα. Δεν ακούει. Συνεχίζει να προχωράει.
Αχ, μωρέ Χρύσα. Αφού κουράστηκα. Και πονάνε τα γόνατά μου, έτσι που σερνόμαστε.
Έξω απ' τους Θαλάμους είναι κατασκότεινα, ούτε την μύτη μας δεν βλέπουμε. Άσε που ακόμη δεν το πιστεύω πως βρίσκομαι εδώ, που μου είπε να έρθω μαζί της. Δεν είχε σε ποιον άλλο να το πει; Μπορεί. Αλλά, και πάλι.
'Θέλεις να δούμε πώς είναι τη νύχτα οι Θάλαμοι;', με ρώτησε.
Και στον Άρη με τα πόδια να μου έλεγε να πάμε, εγώ, ναι--τι 'ναι', μεγάλη μου τιμή, που με σκέφτηκες--θα έλεγα. Τόσο μυαλό έχω. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ούτε λέξη δεν της είπα, κούνησα απλώς το κεφάλι μου, αφού μου είχε κοπεί η μιλιά. Από τότε που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες όλο την κοιτάω, την κοιτάω--με νόημα, υποτίθεται--και μετά τίποτα. Ποιο νόημα; Ιδέα δεν έχω. Το μόνο που ξέρω είναι πως δεν μπορώ να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Σαν ρουφήχτρες μου φαίνονται. Μόλις την δω, πέφτω μέσα τους. Κατ' ευθείαν. Κάθε αντίσταση είναι ανώφελη.
Πώς και μου μίλησε; Λες να κατάλαβε; Με έχει ξεχωρίσει; Μήπως κι' αυτή...; Τι; Όχι, πες μου, τι; Έτυχε, βρε ηλίθια, έτυχε. Την ώρα που της ήρθε η ιδέα, εσύ έτυχε να περνάς από μπροστά της. Γι' αυτό σου το 'πε. Αν αντί για εσένα έβλεπε έναν φοριαμό να περνάει, θα το έλεγε σε αυτόν. Τόσο μετράς γι' αυτήν. Κατάλαβέ το.
Οπότε νάμαστε τώρα εδώ, στον διάδρομο, έξω απ' τους Θαλάμους. Να σερνόμαστε σαν τα κομάντο και να καρδιοχτυπάμε μην ανοίξει καμιά πόρτα. Τι θα πούμε έτσι και εμφανιστεί κανένας Φύλακας;