2026-05-15
01.02.02 στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε την Κυρία να προπορευτεί και την ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.
Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα δίπλα και έβγαλε να πιει μια γουλιά από τα μεντς της. Ούτε που κοίταξε προς την Τασία. Αυτή κούνησε το κεφάλι, για να δείξει πως κατάλαβε, και μπήκε.
Το πολύ πέντε λεπτά έχουμε. Κανόνισε τώρα, να μην προλάβεις.
Στο φαρμακείο οι Παραμάνες ήσαν μόνες τους συνήθως. Αν τυχόν έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, το ήξεραν, και απέφευγαν να μπουν.
Η Τασία έριξε μια γρήγορη ματιά να μετρήσει την κατάσταση. Τρία γκισέ υπήρχαν. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που χασκογελούσαν φιλικά αλλά έριχναν και λοξές ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους φαίνονταν.
Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε γρήγορα-γρήγορα όλη την ομάδα και πήγε και στάθηκε μπροστά στο πρώτο γκισέ.
Η Παραμάνα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.
"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"
Η Τασία δεν γύρισε το κεφάλι της. Παρέμεινε γυρισμένη μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.
"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις πως είναι;" Το σχόλιο ήταν για τον σωματότυπο της Τασίας.
Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και στο τέλος-τέλος δίκιο είχαν, από κάθε πλευρά.
"Καλημέρα σας. Η Αγγελική;", ρώτησε η Τασία μόλις η υπάλληλος γύρισε να την κοιτάξει.
Η Τασία δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι έλεγε, ή μάλλον, τι εννοούσε η υπάλληλος. Όταν συνειδητοποίησε το είχε συμβεί, αντανακλαστικά, έκανε να φύγει, ξεχνώντας τι είχε έρθει να κάνει. Το ερωτηματικό ύφος της υπαλλήλου την συνέφερε. Ζήτησε δυο φιάλες, αναγκάστηκε να βολευτεί με την μία που προσέφερε η υπάλληλος, πλήρωσε και έφυγε.
Έφυγε τρέχοντας και κάνοντας πως δεν βλέπει τις άλλες Παραμάνες που την σχολίαζαν ακόμη κοροϊδευτικά.
Στον προθάλαμο, αναγκαστικά, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της. Πήρε μια ανάσα.
Η Αρχιεπισκοπή πήρε την Αγγελική! Την συνέλαβαν! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε; Η Αγγελική;
Βγήκε έξω. Το φως και η ζέστη σαν να είχαν υλική υπόσταση, την έσπρωξαν πίσω. Το σημείο που περίμενε η Κυρία ήταν σκιερό και τα ρούχα της την προστάτευαν αλλά .
ΤΙ ΒΛΕΠΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΕΝΤΣ; ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΤΑΣΙΑ;
ΜΕΤΑ, ΘΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ. Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ. ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, Η ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΤΑ ΜΕΝΤΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΠ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ; EXPERIENTIAL PERFECTION, NO BOUNDARIES, CONNECTION WITH REAL PEOPLE IS OBSOLETE, INTIMACY IS OBSOLETE
LIFE -- NOT LIFE, REALITY (PHYSICAL AND SOCIAL) -- IS UNBEARABLE. PARABIOSIS AND MEDS ARE VITAL