Ανεμομαζώματα

2026-03-25

@@META Prev: n/a Next: 01.01.02_at_the_corridor.md @@END

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Συγκεντρώσου. Θυμήσου. Το πρωτόκολλο. Ανάπνευσε—βαθιά—και... Μα τι είναι αυτή η μυρωδιά; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Το χέρι της πασπάτεψε σπασμωδικά το σεντόνι.

Το δέρμα με τραβάει σαν να φοράω λάθος νούμερο γάντια. Οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει, το σεντόνι έχει κολλήσει πάνω τους. Ξεκολλάει με ένα ανεπαίσθητο τρίξιμο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομματάκια. Στα σημεία που δεν έχει ακόμη ξεραθεί, το νιώθω υγρό, σχεδόν κρύο, να αντιστέκεται. Όχι σαν ζάχαρη ή κόλλα, το αίμα είναι διαφορετικό.

Έβαλε κόντρα και ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Πρέπει να δω πού είναι ο αιματοκρίτης για να αποφασίσω. Πότε ήταν η προηγούμενη φορά; Πριν δυο εβδομάδες; Τρεις; Πάντως, μήνας, όχι. Αλλά τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Το ήξερες πως κάπως έτσι θα κατέληγες, πάντα το ήξερες. Μας το είχαν πει καθαρά στη Μονή.

Άνοιξε μια στιγμή τα μάτια της και κοίταξε το χρονόμετρο. Έξη.

"Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα βήματά της, να πλησιάζουν. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Η Κεφαλή φτάνει εκεί που μπορούμε να δούμε. Πρώτα η μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και ταυτόχρονα, να τσιρίζουμε όλα μαζί. Αχ, πώς κάνουμε έτσι. Ούτε να σκεφτούμε δεν μπορούμε.

Ντιν! Τόσο γρήγορα; Άνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε. Εικοσιοκτώ.

Εικοσιοκτώ τα εκατό. Με όριο τα τριάντα δύο. Για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω στο φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Πόσο να πάρω, μια ή δυο φιάλες; Καλύτερα δυο, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική άραγε; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα και τα έστρωσε. Τα κοίταξε καλά-καλά και μετά, έσκυψε, και τα ξέστρωσε, λίγο.

Το μάτι της Κυρίας αμέσως τα πιάνει κάτι τέτοια. Κι' αν μυρίσει τα σεντόνια; Αλλά γιατί να μπει στον κόπο;

Στάθηκε ακίνητη.

Μήπως να δοκιμάσω να πεταχτώ τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, στο φαρμακείο; Έστησε αυτί. Τίποτα, νωρίς ήταν ακόμη. Κι' αν πεταγόταν τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, στο φαρμακείο; Γιατι έπαιρναν ώρα. Μπορεί να ξυπνούσε, στο μεταξύ, η Κυρία.

Αλλά πώς θα έβγαινε άπλυτη έξω; Μετά, θα έπρεπε να πετάξει ολόκληρη την στολή. Και η Κυρία; Τι θα της έλεγε; Όχι, δεν γινόταν να τα αποφύγει. Απλώς έπρεπε να κάνει γρήγορα.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της, πήρε μια αναπνοή, και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Πρώτα η ζέστη. Μισόκλεισε τα μάτια και προχώρησε. Αλλά πόσο να κρατούσε την αναπνοή της; Η μυρωδιά του απολυμαντικού της έγδαρε τον λαιμό.

Παίρνοντας όσο το δυνατόν πιο μικρές αναπνοές, έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.

Έκανε πιπί—Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο κάτω. Τι καλά! Τι καλά! Όλοι τραγουδάμε, γιορτάζουμε. Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, μας φεύγουν. Τα κάνουμε, τα νιώθουμε, τα τσισάκια, να κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή, είναι μέσα απ' την στολή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Μια στιγμή ακόμη.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική θυρίδα της καραντίνας, πρόσεξε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Σταμάτησε και έπλυνε τα χέρια της άλλη μια φορά, δίνοντας προσοχή στα νύχια, στους καρπούς και ανάμεσα στα δάχτυλα.

Πέταξε παντόφλες και καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

@@META Prev: 01.01.01_she_wakes_up.md Next: n/a @@END

Το δωμάτιο ήταν στην άκρη του σπιτιού. Ο διάδρομος που οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι.