Ανεμομαζώματα

2026-04-15

01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Συγκεντρώσου, μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Νάτο το αίμα, το νιώθω, στα σημεία που δεν έχει ακόμη ξεραθεί. Κολλάει, σαν φίδι σιχαμερό.

Πάλι άνοιξαν οι θύρες μου!

Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Μπορεί και να μην έχω χάσει τόσο πολύ αίμα. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Πριν δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως δεν θα πέθαινες; Μετά τα εικοσιτέσσερα, είναι θέμα χρόνου. Ναι, αλλά εγώ, δεν τα έχω κλείσει ακόμη. Ε, και; Πάντως, το ήξερες. Πάντα το ήξερες.

Κοίταξε μια στιγμή το χρονόμετρο του αναλυτή. '60%' έλεγε.

"Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνάμε. Αν ήρθε η ώρα μας, ας πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Να η Κεφαλή, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι και το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες πληγώνουν τα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους της Κοιτίδας και πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.

Ξανάνοιξε τα μάτια της. το χρονόμετρο Είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28'.

Μάλιστα. Εικοσιοκτώ. Με όριο τα τριάντα δύο. Άρα, για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική εκεί; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτα.

Να δοκιμάσω τώρα; Πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά, χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι τελείως γυμνή. Κι' αν φέρω μέσα κάτι; Αν κολλήσει η Κυρία; Τι θα γίνω εγώ μετά; Όχι, δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, να αναβάλλω. Να κάνω γρήγορα, μόνο αυτό περνάει απ' το χέρι μου.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια και πλησίασε τον νιπτήρα. Έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε, φόρεσε πλαστικό καπελάκι, γάντια νιτριλίου και άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες.

Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα, Χρύσα.

Ρε άντε παράτα μας τώρα κι' εσύ.

Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη και έκανε πιπί.

Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσισάκια. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή, δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί γάντι είχε μια μικρή τρύπα. Γύρισε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς αυτή την φορά.

Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε. Έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε και έριξε στα χέρια της αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Κάθαρση, τέλος. Σειρά της ένδυσης τώρα.

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του κανόνα της Μονής και ποδιές εργασίας. Διάλεξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε με γρήγορες, σταθερές, κινήσεις. Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Όλα εντάξει.

Ξανάστησε αυτί. Πάλι τίποτα.

Λοιπόν, πάμε. Κι' ο θεός βοηθός!

Άνοιξε την πόρτα.