Ανεμομαζώματα

2026-05-11

01.02.01 προετοιμασία για έξω

"Να συνεχίσουμε Κυρία;"

"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Φτιάξε μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"

Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της, τον φύλαξε στην θέση του, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι.

Στο μεταξύ η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.

Η Τασία έλεγξε το υγρό μέσα στο φλιτζάνι. Σβόλοι δεν φαίνονταν πια. Το έτεινε στην Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.

Επειδή μας διέκοψε ο Κύριος, είμαστε εδώ. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Ναι, αλλά μας διέκοψε, οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλάνε και την Κυρία. Αυτή σε μάρανε τώρα; Και τι βγαίνει που το λες; Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν είμαι σε ανάγκη. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα είμαι.

Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.

"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".

"Και ο Κύριος;"

"Θα τον πάρουμε μαζί".

"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"

"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που είπα".

Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, πλησίασε και την άνοιξε.

Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η Παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!

Έσκυψε και άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.

Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, όταν το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, δεν θέλω να είμαι δίπλα της. Φτάνει που έχω να την ντύσω.

Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Ποιος το σκέφτηκε, αυτό το πράγμα; Αφού φοράω τόσα προστατευτικά, πώς είναι δυνατόν να την κολλήσω; Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.

Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι που διέθετε η ντουλάπα για αυτόν ακριβώς τον σκοπό.

Μετά, με την πλάτη πάντα γυρισμένη προς την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια και άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν μερικά φορέματα.

Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε κι' αυτό στο ράφι.

Την στιγμή που έκλεινε την ντουλάπα θυμήθηκε τα παπούτσια. Έπιασε το πρώτο ζευγάρι πέδιλα που βρήκε μπροστά της και έκλεισε την πόρτα.

Γύρισε να αντικρίσει την Κυρία. Όμως η Κυρία δεν την περίμενε, είχε πάει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της, δουλειά με την οποία, χωρίς να την αγγίξει, δεν ήταν δυνατόν να την βοηθήσει η Τασία.

Με τα ρούχα στο χέρι, η Τασία στάθηκε να περιμένει.

"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.

Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια μου.

"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.

Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κινηθώ.

Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε και έρχεται.

Όχι πως έχει καμιά σημασία.

Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Περιμένω, προσπαθώντας να αναπνέω όσο το δυνατόν λιγότερο. Με τρελαίνει, δεν μπορώ να υποφέρω, όλη αυτή την μπόχα απ' τα σώματα των άλλων γύρω μου. Ούτε να τους κοιτάξω δεν μπορώ.

Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Σαν γλειφιτζούρι, να τον γλύψω, μου έρχεται ώρες-ώρες και ας μην τον υποφέρω. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".

Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κανει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην. Για μένα, αυτή είναι η πιο καλή στιγμή της ημέρας.

Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Τι χαμένος! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!

Βγάζω από πάνω μου λερωμένη στολή και σκουφί, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.

Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!

Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.

Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.

Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!

Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!

Μετά αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.

Τσαφ!

Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ήρθε ο ήχος. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.

Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!

Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.

Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα πέσω κάτω και θα βάλω τα κλάματα.

Άγγιγμα πρέπει να είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες, την ώρα της νίψεως πολύ εύκολα την πατάει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!

Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν αγάπη έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία δεν υπάρχει.

Σέρνομαι έξω. Στον διάδρομο γίνεται της κακομοίρας, όλοι τρέχουν να σωθούν. Οι αγάπες πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή είναι αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω εξ' αιτίας του ατμού απ' τα λουτρά. Όμως ξέρω πως παντού, γύρω μου, πρέπει να είναι άλλα σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιο, θα την φάω κι' εγώ. Τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς θα καταφέρω να βγω χωρίς να την φάω;

Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις σαν ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου και να σε σφίγγει, να σε σπάσει. Ένα-δυο δευτερόλεπτα κρατάει κάθε αγάπη αλλά σου φαίνονται ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι που έχουν. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.

Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Προχωράω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι μέσ' τα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή προς την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.

"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.

Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.

Στρίβω.

Δεν βλέπω καμιά διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά τώρα πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;

"Ίσια μπροστά, στη σκιά", ακούω πάλι.

Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.

Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.

Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;

Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;

Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.

Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.

Η Κυρία τέλειωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η εμφάνισή της ήταν τολμηρή για τα μέτρα της εποχής. Η επιδερμίδα της φαινόταν αλαβάστρινη όμως από κάτω διακρίνονταν οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της Κυρίας μια κάπως δραματική αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ρεαλιστική όψη.

Η Τασία κοίταξε την Κυρία ενώ πλησίαζε.

Αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της Κυρίας — και αν δεν ήταν και τελείως για δέσιμο! — θα ήταν... Θα ήταν. Και το ξέρει. Φαντάσου πώς θα νιώθει, μέσα της. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!

Πλησιάζοντας, η Κυρία εμφανώς αμφιταλαντεύτηκε αλλά τελικά δεν κατάφερε να κρατηθεί. Έσκασε ένα χαμόγελο της Τασίας.

Νάτα τα μεντς, άρχισαν να λειτουργούν! Ευτυχώς! Ευτυχώς!

Η Τασία ανταπέδωσε, πολύ δειλά.

Ως διαδικασία, το ντύσιμο της Κυρίας δεν είχε καμιά σχέση με την ένδυση της Τασίας, προηγουμένως. Η Τασία φορούσε την στολή της, σαν στρατιώτης, ενώ την Κυρία έπρεπε να την ντύσει σαν μωρό. Επειδή όμως η Κυρία ήταν τώρα πολύ πιο συνεργάσιμη, η υπόθεση τελείωσε σύντομα και χωρίς προστριβές.

Βγαίνοντας απ' το δωμάτιο η Κυρία ήταν σε πολύ καλή διάθεση. Μέχρι και μια μπουκιά στο στόμα της προσφέρθηκε να βάλει, πριν φύγουν.

Η συσκευή του Κυρίου ήξερε και ακολουθούσε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν ο Κύριος να είναι όνλαϊν.

01.02.02 στο φαρμακείο

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ. ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ (ΔΕΝ ΠΑΝΕ ΣΕ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ;). ΑΜΦΙΕΣΗ, ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ. ΜΟΛΙΣ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Η ΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΕΙ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ

ΤΙ ΒΛΕΠΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΕΝΤΣ; ΠΩΣ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΤΑΣΙΑ;

ΜΕΤΑ, ΘΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ. Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ.

ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, Η ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ