Ανεμομαζώματα

2026-05-19

01.02.01 προετοιμασία για έξω

"Να συνεχίσουμε Κυρία;"

"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Φτιάξε μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"

Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της, τον παράχωσε πίσω στο ντουλάπι, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι, και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι.

Στο μεταξύ, η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και γύρισε στο δωμάτιο.

Η Τασία έλεγξε το υγρό μέσα στο φλιτζάνι. Δεν φαίνονταν τίποτα σβόλοι, όχι μεγάλοι τουλάχιστον. Το έτεινε προς την Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια καχύποπτη ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.

Επειδή μας διέκοψε ο Κύριος, είμαστε εδώ. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Ναι, αλλά μας διέκοψε, οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλάνε και την Κυρία. Αυτή σε μάρανε τώρα; Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να ξανασυμβεί. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν δυσκολεύομαι. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα δυσκολεύομαι.

Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για τις πρώτες ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.

"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".

"Και ο Κύριος;"

"Θα τον πάρουμε μαζί".

"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"

"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που είπα".

Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, πλησίασε και την άνοιξε.

Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!

Έσκυψε και άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.

Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, ενώ το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, ούτε να την βλέπω δεν θέλω. Φτάνει που έχω να την ντύσω.

Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Τόσα προστατευτικά φοράω. Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά, όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.

Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι.

Μετά, με την πλάτη γυρισμένη πάντα προς την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια και άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο μόνο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα φορέματα.

Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε κι' αυτό στο ράφι μαζί με τα εσώρουχα.

Τα παπούτσια, αυτά που η Κυρία ήθελε να έχει πρόχειρα, ήταν στην δική τους ντουλάπα (τα υπόλοιπα βρίσκονταν πακεταρισμένα στην αποθήκη). Η Τασία την άνοιξε, όσο χρειαζόταν, για να βγάλει ένα ζευγάρι δερμάτινα πέδιλα και την ξανάκλεισε. Το ίδιο έκανε και για την επιλογή τσάντας, ζώνης και κολιέ. Στα σκουλαρίκια μόνο κόμπιασε. Τελικά, έβγαλε ολόκληρη μια μπιζουτιέρα για να διαλέξει μόνη της η Κυρία.

Γύρισε να την αντικρίσει. Όμως η Κυρία δεν περίμενε, είχε επιστρέψει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της. Στην διαδικασία αυτή δεν ήταν δυνατόν να βοηθήσει η Τασία αφού προϋπέθετε φυσική επαφή. Η Τασία κρέμασε τακτικά στο καλόγερο τα ρούχα που είχε επιλέξει και στάθηκε δίπλα του να περιμένει την κρίση της Κυρίας.

"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.

Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια.

"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.

Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κουνηθώ.

Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε. Έρχεται.

Όχι πως έχει καμιά σημασία.

Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Φταίει η μπόχα απ' τα σώματα των άλλων, γύρω μου. Δεν μπορώ να την υποφέρω.

Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Να τον γλύψω, σαν γλειφιτζούρι, μου έρχεται ώρες-ώρες — και ας μην τον συμπαθώ. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".

Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κανει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην — αυτή είναι η καλύτερη στιγμή της ημέρας!

Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Α, τον χαμένο! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!

Πετάω από πάνω μου σκουφί και λερωμένη στολή, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.

Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!

Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας όμως νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.

Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.

Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!

Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!

Μετά, αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.

Τσαφ! Σαν μαστίγιο σκάει ο ήχος μέσ' τα Νιπτήρια.

Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ακούστηκε. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.

Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!

Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.

Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα βάλω τα κλάματα.

Άγγιγμα είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες. Την ώρα της νίψεως είναι πολύ εύκολο να την πατήσει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!

Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν αγάπη έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία ουκ έστι.

Σέρνομαι έξω απ' το λουτρό. Της κακομοίρας γίνεται, όλοι προσπαθούν να σωθούν. Οι αγάπες πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω. Ο ατμός απ' τα λουτρά φταίει. Παντού, γύρω μου, είναι σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιον, θα την φάμε κι' οι δυο. Τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς να βγω χωρίς να την φάω;

Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις σαν ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου και να σε σφίγγει, να σε σπάσει. Ένα-δυο δευτερόλεπτα κρατάει μόνο, κάθε αγάπη, αλλά μοιάζουν με ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι, που έχουν στη ζώνη τους. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.

Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Έρπω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι στα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή από την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.

"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.

Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.

Στρίβω.

Δεν βλέπω διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό, από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;

"Ίσια μπροστά, προς την σκιά", ακούω πάλι.

Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.

Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.

Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;

Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;

Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.

Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.

Η Κυρία τελείωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η επιδερμίδα της φαινόταν πλέον αλαβάστρινη όμως από κάτω η Κυρία είχε αφήσει να διακρίνονται οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της μια κάπως δραματική αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ρεαλιστική όψη.

Η Τασία κοίταζε την Κυρία καθώς πλησίαζε.

Αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της Κυρίας θα ήταν... Και το ξέρει. Φαντάσου πώς νιώθει, μέσα της. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!

Τα χαρακτηριστικά της Κυρίας αμφιταλαντεύτηκαν, ώσπου κατέληξαν σε ένα χαμόγελο.

Νάτα τα μεντς, άρχισαν να λειτουργούν! Ευτυχώς! Ευτυχώς!

Η Τασία γύρισε προς τον καλόγερο. Η Κυρία έριξε μια γρήγορη ματιά. Κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της, διάλεξε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και τα άφησε δίπλα στα υπόλοιπα αξέσοριζ. Μετά, σήκωσε τα χέρια ψηλά και γύρισε την πλάτη της για να βοηθήσει την Τασία στο έργο της.

Επειδή η Κυρία ήταν τώρα πιο συνεργάσιμη, η διαδικασία τελείωσε σύντομα και χωρίς προστριβές.

Βγαίνοντας, η Κυρία προσφέρθηκε ως και να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της, πριν φύγουν. Η Τασία έτρεξε στην κουζίνα να βρει κάτι.

Όσο για την συσκευή του Κυρίου, ήξερε και ακολούθησε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν να είναι ονλάιν ο Κύριος.

01.02.02 στο φαρμακείο

Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε τα αφεντικά της να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.

Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα πιο πέρα και έβγαλε να πιει μια γουλιά μεντς. Η συσκευή του Κυρίου πάρκαρε δίπλα της. Η Τασία βεβαιώθηκε πως κανείς απ' τους δυο τους δεν ήταν εκτεθειμένος στον ήλιο και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου.

Το πολύ πέντε λεπτά. Κανόνισε την πορεία σου.

Στο εσωτερικό του φαρμακείου οι Παραμάνες ήσαν μεταξύ τους, συνήθως. Αν, τυχόν, έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, ήξεραν, και το απέφευγαν.

Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Χασκογελούσαν μεταξύ τους αλλά έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τους τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους διαγράφονταν κάτω απ' τις στολές.

"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"

Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν, κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.

Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε την ομάδα των Παραμάνων και πήγε και στάθηκε στο πρώτο γκισέ.

Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.

"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"

Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.

"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις;"

Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.

Δεν είμαι χτεσινή, δεν με ξεγελάει αυτή η προσωρινή ψευτο-ασφάλεια που νιώθω. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο δεν μπορούν να δουν τι κάνω. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' τις Τράπεζες. Ελπίζω πως δεν μπορούν να με ακολουθήσουν. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από έναν κάδο ανακύκλωσης και περιμένω να χτυπήσει το Σήμαντρο.

Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά νιώθω υπερήφανη. Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές με μεγάλα μαστάρια και μπούτια.

Στο δικό τους το μυαλό, πάχος, ίσον υψηλή παραγωγικότητα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν παν να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, εκεί, το χαβά τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς τόσο μεγαλύτερο όγκο πλάσματος παράγει. Γι' αυτό και το στάνταρ παραμανικό ντι εν έι κωδικοποιεί την συγκεκριμένη προδιάθεση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί, ούτε πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες. Οπότε, γιατί με κυνηγάνε; Είναι άδικο, τόσο άδικο!

Η υπάλληλος τελείωσε και σήκωσε το κεφάλι.

"Καλημέρα σας. Η Αγγελική;"

Η απάντηση ήταν τόσο απρόσμενη που η Τασία ζήτησε από την υπάλληλο να επαναλάβει. Όταν συνειδητοποίησε τι έλεγε ή μάλλον, τι εννοούσε η υπάλληλος, τα έχασε. Το ύφος της υπαλλήλου την συνέφερε. Παράγγειλε τρεις φιάλες, όπως είχε υπολογίσει. Μόνο που δεν γέλασε η υπάλληλος. Λόγω πανδημίας, είπε, μόνο μία φιάλη μπορούσε να διαθέσει ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική, τώρα, είχε άλλα, σοβαρότερα προβλήματα. Πήρε την φιάλη, πλήρωσε και απομακρύνθηκε.

Τρέχοντας κατευθύνθηκε προς την έξοδο, με το κεφάλι κάτω. Ενώ οι άλλες Παραμάνες ακόμη σχολίαζαν.

Στον προθάλαμο μόνο, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη αίματος στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της.

Η Αρχιεπισκοπή συνέλαβε την Αγγελική! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε;

Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στην πλατεία, μήπως;

Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Ευτυχώς, η Κυρία παρέμενε εκεί που την είχε αφήσει. Όμως το σώμα της έγερνε και το βλέμμα της ήταν απλανές. Βυθιζόταν τελείως η Κυρία, όταν ήταν στα μεντς. Αν δεν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, να της αποσπάσει την προσοχή, μπορούσε να λιποθυμήσει — ή και χειρότερα — χωρίς να το καταλάβει.

Όσο για τον Κύριο, κατά την διάρκεια της ημέρας, σπανίως ευκαιρούσε να μπει ονλάιν. Δεν μπορούσε να βασιστεί κανείς σ' αυτόν.

"Κυρία;"

Η Κυρία ζορίστηκε να περιμαζέψει την προσοχή της. Όταν το βλέμμα της κατάφερνε να εστιάσει στην Τασία έκανε να ανοίξει το στόμα της να πει κάτι. Αλλά, άλλαξε γνώμη. Έριξε μια ματιά προς την συσκευή του Κυρίου, μετά έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.

01.02.03 καθ οδόν

Από το σπίτι μέχρι την πλατεία ήταν δέκα λεπτά δρόμος. Η συσκευή του Κυρίου δυσκολευόταν με το οδόστρωμα που ήταν γεμάτο λακκούβες αλλά κούτσα-κούτσα τα κατάφερνε.

Η Τασία περπατούσε κρατώντας το βλέμμα της χαμηλά και προς τα αριστερά για να αποφύγει την θέα της Πεντέλης.

Κάνουμε βήμα στο προαύλιο. Τα κτίρια της Μονής — της Ιεράς καί Σεβασμίας Μονής του Παντοκράτορα Ταώ Πεντέλης, όπως είναι το επίσημο όνομά της — υψώνονται πάνω απ' τα κεφάλια μας. Δεν ξερω πώς μου φαίνονται, όταν τα κοιτάω. Οι Γέροντες μάς επαναλαμβάνουν πως κάποιοι από τους τοίχους αυτούς στέκουν επί εκατοντάδες χρόνια. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Έχει καμία σχέση η τωρινή Μονή με αυτό που ήταν παλιότερα;

Ούτε γιατί μας βάζουν να κάνουμε βήμα, καταλαβαίνω. Σε τι θα μας χρειαστεί, όταν θα κατέβουμε να υπηρετήσουμε στα Λαϊκά των πόλεων; Αντίθετα, τα τραγούδια που λέμε, όσο βηματίζουμε, μού αρέσουν — σε όλους μας αρέσουν.

Προσπεράσαμε μόλις, τις Τράπεζες — εκεί που τρώμε — και συνεχίζουμε προς Κοιτίδες. Τις θυμάμαι ακόμη, πολύ καλά. Κοιτάω απ' την άλλη, όταν περνάμε απ' έξω, όπως και οι περισσότεροι.

EXPLAIN WHERE WE ARE IN THE PRESENT - Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ

ΤΑ ΜΕΝΤΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΠ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ; EXPERIENTIAL PERFECTION, NO BOUNDARIES, CONNECTION WITH REAL PEOPLE IS OBSOLETE, INTIMACY IS OBSOLETE

LIFE -- NOT LIFE, REALITY (PHYSICAL AND SOCIAL) -- IS UNBEARABLE. PARABIOSIS AND MEDS ARE VITAL

EXPLAIN (NOT) AWAY; MAKE IT (NOT) SAFE