2026-05-03
01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Δυσκολευόταν να εστιάσει.
Συγκεντρώσου, μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.
Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι. Τα χέρια της ήσαν άκαμπτα, σαν ξύλινα.
Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Όμως νάτο, το αίμα, νάτο. Το νιώθω. Γλιστράει σιχαμερά, όπου δεν έχει ακόμη ξεραθεί. Γλιστράει, και κολλάει, ταυτόχρονα. Σαν φίδι κάνει.
Λοιπόν. Αιμορραγία έχουμε πάλι! Πάλι!
Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή που μετρούσε το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της από τα αίματα και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.
Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.
Κοίταξε, μια στιγμή, το χρονόμετρο. '6' έλεγε.
"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Νάτη, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι και μετά το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.
Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28%'.
Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την Παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Θα λιποθυμήσω με το που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας. Αλλά και αυτό να μην γίνει, δεν θα πλυθεί καλά το αίμα της και θα φανεί αυτό μετά. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες χρειάζομαι άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι όμως η Αγγελική εκεί; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.
Έστησε αυτί. Τίποτα.
Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά σαν γυμνή θα είμαι, αν βγω έτσι έξω. Πού θα βασιστώ, στην τύχη; Πως δεν θα φέρω κάτι μέσα, να κολλήσει η Κυρία; Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Μόνο να κάνω γρήγορα μπορώ. Μόνο αυτό περνάει απ' το χέρι μου.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.
Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα.
Μωρέ δεν μας παρατάς τώρα κι' εσύ;
Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.
Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.
Γρήγορα! Πιο γρήγορα.
Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.
Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.
Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Κάθαρση τέλος. Σειρά της Ένδυσης τώρα. Αλλά πάρε τα χέρια σου!
Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Άρπαξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.
Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία για την οποία είχαν σχεδιαστεί. Η πολύχρονη όμως επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.
Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Το βλέμμα της ήταν επιδοκιμαστικό.
Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.
Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!
Άνοιξε την πόρτα.
01.01.03 φτιάχνει το πρωινό
Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό ένα μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την έβαλε κι' αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.
Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Βηματίζουμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλής που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε σημασία πια. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!
Πάμε στις Καντίνες. Δεν είναι και τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες μας. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού είναι ή τι είναι αυτά που κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν εκεί, ούτε Αδερφές.
Χαζεύουμε όσο αντέχουμε αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο, βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό μας αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' την Καντίνα ή τις Κοιτίδες και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή. Μόλις μας δει να προσπαθούμε να βγούμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του Μπαμπούλα και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο σωματάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.
Χα, χα. Αριστούργημα!
Μέτρησε με μεγάλη προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως η ένδειξη άλλαζε και δεν είχε κολλήσει. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.
Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά θα βγω, αν μπορέσω. Αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω, την Παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Όλο τα ίδια και τα ίδια λες! Μα ισχύει! Μπορεί. Όμως, μπορεί και όχι.
Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί βαζάκι ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.
Μια νέα επιδημία είχε ξεσπάσει. Η αναμενόμενη διάρκεια ήταν τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός έπρεπε να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ακουγόταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά σταμάτησε.
"Τασία!"
"Μάλιστα Κυρία".
"Άκουσες;"
"Μάλιστα Κυρία".
"Έτοιμο το πρωινό;"
"Δεν έβρασε ακόμη Κυρία. Μόλις τέλειωσα με το δοσολόγιο".
"Φέρ' το όπως είναι, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις στο χέρι".
"Αμέσως Κυρία".
Πανικοβλήθηκε! Άκουσε για επιδημία και τα έκανε επάνω της. Και μόλις ταραχτεί, το πρώτο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Όμως τώρα, ξέχνα το, το φαρμακείο. Την πατήσαμε! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι 'θα δούμε'; Αφού, τελείωσε! Αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!
Μέτρησε την ποσότητα και απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα μεγάλο φλιτζάνι με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τα ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.
01.01.04 παραβίωση
Μπαίνοντας στο δωμάτιο παρά λίγο να πέσει πάνω στον Κύριο. Η συσκευή μπλοκάριζε την είσοδο και η κάμερα κοίταγε προς το εσωτερικό του δωματίου.
"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία. Η Κυρία κάτι πήγε να απαντήσει αλλά είδε την Τασία και σταμάτησε.
Ο Κύριος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά, ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα νεύμα προς την κατεύθυνση του και προσπέρασε. Φόρεσε στα γρήγορα ένα νέο σετ προστατευτικών και πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν τώρα ξαπλωμένη η Κυρία.
"Α, ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Εδώ άσε το" είπε, και έδειξε ανυπόμονα το κομοδίνο δίπλα της.
Ξέχασε πως θέλει χτύπημα; Καλύτερα. Αν μου πει να φύγω, μπορεί να προλάβω και να πάω στο φαρμακείο.
Η Τασία υπάκουσε σιωπηλά. Έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο.
Πρόσεξε τώρα. Κάνε την να σε διαβολοστείλει.
"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"
Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.
"Τασία, άσε τις ερωτήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις".
Η Τασία και η Κυρία κοιτάχτηκαν. Μετά, η Κυρία γύρισε προς τον Κύριο υποχωρητικά.
"Μα, δεν τελειώσαμε".
"Πρώτα η Παραβίωση. Αν δεν έχεις την υγεία σου τι νόημα έχουν όλα τα άλλα;"
"Μετά θα μπλέξεις με την δουλειά και δεν θα μπορείς".
"Μην ανησυχείς, θα βρούμε τον χρόνο".
Η Κυρία έμεινε σιωπηλή.
Τώρα; Τι θα γίνει τώρα; Θα δούμε. Ξεκίνα, δεν γίνεται να μην ξεκινήσεις. Ξεκίνα και βλέπουμε.
Η Τασία επέστρεψε στον προθάλαμο, εκεί που ήταν τα εργαλεία της. Ο Κύριος κατάλαβε πως εμπόδιζε εκεί που στεκόταν, μπήκε στο εσωτερικό του δωματίου και πήγε και στάθηκε σε μια άκρη. Το κυρίως δωμάτιο της Κυρίας δεν ήταν ιδιαίτερα ευρύχωρο γιατί, πέρα από τον προθάλαμο, υπήρχε ξεχωριστή τουαλέτα και βεστιάριο.
Από ένα ντουλάπι η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή, την συσκευή που ρύθμιζε την ροή του αίματος την ώρα της Παραβίωσης. Αφαίρεσε το προστατευτικό του κάλυμμα και βεβαιώθηκε πως η μπαταρία του ήταν φορτισμένη. Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε μια χούφτα αναλώσιμα και τα έριξε στην τσέπη της ποδιάς της. Μετά, έσπρωξε τον ισοσταθμιστή στα ροδάκια του να πλησιάσει το κρεβάτι της Κυρίας. Κάθισε στο καρεκλάκι που είχε για την ώρα της Παραβίωσης και άπλωσε στην ποδιά της τα αναλώσιμα να τα ξεδιαλέξει.
Τι θα απογίνω, τώρα που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας; Θα λιποθυμήσω απλώς ή χειρότερα; Και μετά, τι; Θα με διώξει αμέσως; Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Σταμάτα, σταμάτα. Πρώτη φορά είναι; Αφού, έτσι πάει. Σταμάτα!
Χωρίς να κοιτάει, η Τασία έλεγχε με τις άκρες των δαχτύλων της τις απολήξεις των αισθητήρων, τους ίσιωνε, αν μπορούσε, και τους έβαζε στην άκρη, αν ήταν για πέταμα. Δούλευε γρήγορα αλλά μηχανικά. Η Κυρία περίμενε, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι.
Η Κεφαλής μας παρατάσσει έξω απ' την Κοιτίδα.
"Κλίνατε, επί δε-ξιά! Εμπρός Βάδην, Μαρς".
Εκτελούμε, μηχανικά. Αγουροξυπνημένα είμαστε ακόμα. Η Κεφαλής όλο γυρνάει και κοιτάει, μην τυχόν και έχει παρεκκλίνει κανείς. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πάμε Καντίνες τόσο νωρίς, ούτε την Κάθαρσή μας δεν προλάβαμε να κάνουμε καλά-καλά. Οι Αδελφές ήταν πολύ θυμωμένες. Αλλά αφού η Κεφαλής είπε να βγούμε και να παραταχθούμε, δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.
Δεν ξέρουμε πόση ώρα περπατάμε. Μετράμε ένα-ένα τα δευτερόλεπτα. Αλλά, ταυτόχρονα, έχουμε χάσει και το μέτρημα. Όλα, μέσα μας, φωνάζουν μπερδεμένα. Καθώς εισπνέουμε, το μυαλό μας πλημμυρίζει με σκέψεις, καθώς εκπνέουμε συνεισφέρουμε κι' εμείς τις δικές μας. Έτσι πάει, ένα μυαλό σε εικοσιοκτώ σώματα, τριάντα δύο, μαζί με τις απώλειες.
Αλλά τώρα, σαν κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει κακό, το νιώθουμε κατά κύματα. Το βλέπουμε μπροστά, τρομάζουμε, και το μεταφέρουμε και πιο πίσω. Δεν ξέρουμε τι είναι. Όμως η Κεφαλής, δεν σταματά, συνεχίζει, επιμένει να προχωρά.
Φοβόμαστε! Τι είναι αυτό που στέκει μπροστά μας; Πού είναι οι Καντινούλες μας; Τα Σνίπιζ; Θα είναι μόνα τους τώρα, χωρίς εμάς. Καημένα.
Μπροστά μας, χάσκει μια τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του τοπίου, των ελεεινών χωραφιών. Το ξέραμε πως ήταν ψεύτικα, κι' αυτά, και τα μενεξεδένια βουνά, εκεί στο βάθος. Αλλά αυτή εδώ η τρύπα, στη μέση του πουθενά, τι ρόλο παίζει; Με πόρτα μοιάζει. Πού οδηγεί; Στο εσωτερικό της δεν φαίνεται τίποτα. Άσπρο, μόνο. Άσπρο αστραφτερό. Φρικτό είναι!
Η Κεφαλής στέκεται δίπλα ακριβώς στην τρύπα. Μας την δείχνει και μας λέει να μην χάνουμε την ώρα μας. Δηλαδή, τι; Τι φαντάζεται πως θα κάνουμε; Ποτέ δεν πρόκειται να μπούμε εκεί μέσα, ποτέ! Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε! Σταμάτα, μην μας βασανίζεις. Κακιά! Κακιά. Πηρούνα!
Υπακούμε. Τι άλλο να κάνουμε; Τι μπορούμε; Μέσ' το μυαλό μας βουητό, αντάρα, θρηνούμε γοερά. Ένα-ένα πλησιάζουμε, σκύβουμε λίγο, και πηδάμε μέσα, στο πουθενά. Και, κάθε φορά, η τρύπα κάνει 'ποπ', 'ποπ', 'ποπ'. Ποιος να το έλεγε, πως θα τελειώναμε έτσι. Κι' εμείς που νομίζαμε. Ακόμη κι' ο Μπαμπούλας καλύτερος θα' ταν. Πιο ζεστός, πιο ζωντανός. Όχι αυτό το πράγμα, αυτό το ανύπαρκτο.
Πλησιάζουμε. Τρία βήματα. Μην τρέμεις! Δύο. Θυμήσου να αναπνεύσεις. Τα μάτια μου θόλωσαν. Ένα. Ξεχνάω να αναπνεύσω. 'Ποπ'.
Η Τασία προσάρμοσε τους αισθητήρες και τα σωληνάκια του ισοσταθμιστή στο μπράτσο της Κυρίας και στο δικό της. Έλεγξε άλλη μια φορά όλες τις συνδέσεις και μετά πάτησε το μεγάλο, πράσινο κουμπί. Η συσκευή άρχισε να κάνει 'γρρρ'.
Είμαι σε µια συναυλία. Το πλήθος, γύρω µου, ουρλιάζει φρενιασµένα. Γυροφέρνω σ’ ένα παζάρι. Οι έµποροι διαγωνίζονται ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Ανεβαίνω τις σκάλες ενός σχολείου. Τα παιδιά, γύρω µου, φωνάζουν. Χασκογελάνε. Μουρµουρίζουν. Και μετά, σιωπή. Μόνο κάτι ανάσες μπορώ πια να διακρίνω. Αλλά ούτε καν γι’ αυτές δεν είμαι σίγουρη.
Θυμάμαι. Θυμάμαι ποια είμαι. Η ανάμνηση πέφτει πάνω μου σαν κουβάς παγωμένο νερό.
Πού βρίσκομαι; Τι μου έχει συμβεί;
Αλλά... Πώς γίνεται και σκέφτομαι στο ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ;
Μαγκώνω ολόκληρη. Μυαλό και σώμα ακινητοποιούνται. Ούτε ν' αναπνεύσω δεν τολμώ. Ακόμη κι' η αναπνοή είναι αρκετή για να προδώσει την κατάστασή μου και φοβάμαι, δεν είμαι έτοιμη. Αλλά, τελικά, αναγκάζομαι. Εισπνέω. Εισπνέω ένα-ένα τα μόρια του οξυγόνου και ψάχνω με αγωνία. Πού είναι οι φωνές των άλλων. Θα νιώσω τον παλμό της σκέψης τους; Τίποτα. Σιωπή. Νέκρα.
Η έλλειψη αέρα με αναγκάζει να πάρω βαθιά αναπνοή. Κι' άλλη. Κι' άλλη. Η πραγματικότητα στέκει απέναντί μου και με παρατηρεί. Είμαι μόνη μου πια. Κατάμονη.
Ο αέρας, καθ’ αυτός, είναι το πρώτο που µού τραβάει την προσοχή. Πόσες μυρωδιές! Άγνωστες, όλες.
Πεταρίζω τα βλέφαρα. Τίποτα. Μόνο άσπρο. Ξαναδοκιµάζω. Τα ίδια. Όµως, κάτι ακούω, εδώ, πιο δίπλα. Πάω να πω "δίπλα μου", αλλά δεν μου' ρχεται. Δεν θέλω. Ποιος μας έκανε αυτό το κακό; Πώς έγινε και χωριστήκαμε; Το μυαλό, το μυαλό "μου", δεν μπορεί να το χωρέσει. Ποτέ δεν θα ξεχάσω όμως, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω μόνη μου, τότε ποτέ δεν θα ξεχάσω, ποτέ δεν θα συγχωρήσω.
Μήπως υπερβάλλω; Μήπως είναι κάτι πιο απλό; Μήπως, απλώς, έχω κουφαθεί. Ή τυφλωθεί; Αλλά, τι λέω, αφού ακούω καθαρά την ανάσα αυτή δίπλα μου. Κι’ ούτε η όρασή μου έχει τίποτα. Ζαλισμένη είμαι μόνο. Να, υψώνω τα χέρια, τα χέρια μου, και βλέπω σκιές να περνούν μπροστά από εκεί που είναι τα μάτια μου. Δεν βλέπω ακόμη, αλλά θα δω, είμαι σίγουρη. Σε λίγο, θα δω.
Και πράγματι. Κουνώ τα δάχτυλα μπροστά στα μάτια μου και ο χορός των σκιών ου διακρίνω γίνεται όλο και πιο αργός, όλο και πιο αργός, ώσπου σταματάει. Οι σκιές γεμίζουν χρώµα και µετατρέπονται σε δάκτυλα κανονικά. Ισχνά και κακοµοιριασµένα, αλλά δάκτυλα. Σηκώνω το βλέµμα και κοιτάζω γύρω. Διακρίνω σώματα. Εμείς είμαστε. Εμείς και μερικές Αδελφές. Βρισκόμαστε, καταλαβαίνω, από την άλλη πλευρά της τρύπας. Αλλά πώς
"Πού πας; Φεύγεις;", φώναξε αναπάντεχα η Κυρία.
Η Τασία αναπήδησε, ξαφνιασμένη. Άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Λίγο πάνω απ' τη μέση ήταν, στα τρία τέταρτα. Στο Κύριο απευθυνόταν η Κυρία. Αλλά άργησε, δεν τον πρόλαβε. Η οθόνη του ήταν κλειστή.
01.02.01 προετοιμασία για έξω
"Θέλετε να συνεχίσουμε Κυρία;"
"Φτάνει, δεν έχω όρεξη. Χτύπα μου το πρωινό μου. Τι μου το' φερες έτσι ωμό; Πώς θα το πιώ; Τρελή είσαι;"
Η Τασία σηκώνεται όρθια. Αρχίζει να μαζεύει τον εξοπλισμό της Παραβίωσης.
Η ΚΥΡΙΑ ΠΙΝΕΙ ΛΙΓΟ ΜΕΝΤΖ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ ΤΑΣΙΑ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ.
Η ΤΑΣΊΑ ΗΞΕΡΕ ΚΑΛΑ ΠΩΣ ΤΗΝ ΕΊΧΕ ΓΛΥΤΩΣΕΙ ΑΠΟ ΣΥΜΠΤΩΣΗ, ΕΠΕΙΔΗ Η ΚΥΡΙΑ ΔΙΕΚΟΨΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΙΩΣΗ ΟΤΑΝ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ. ΑΝΗΣΥΧΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ; ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ Η ΚΥΡΙΑ; ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΚΑΒΑΤΖΑ ΑΙΜΑΤΟΣ.
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΚΑΤΙ ΚΡΙΣΙΜΟ ΠΙΑ.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ;