2026-05-18
01.02.02 στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε την Κυρία με τον Κύριο να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.
Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα πιο πέρα και έβγαλε να πιει μια γουλιά από τα μεντς της. Η συσκευή του Κυρίου παρκάρισε δίπλα της. Η Τασία βεβαιώθηκε πως στέκονταν στη σκιά και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου.
Το πολύ πέντε λεπτά. Κανόνισε την πορεία σου.
Στο εσωτερικό του φαρμακείου οι Παραμάνες ήσαν μεταξύ τους συνήθως. Αν τυχόν έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, το ήξεραν, και απέφευγαν.
Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Χασκογελούσαν μεταξύ τους αλλά έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη ποια έχει τα πιο μεγάλα μαστάρια — τα προστατευτικά τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, οπότε τα σώματά τους φαίνονταν.
"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"
Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του και κοιτάω. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.
Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε την ομάδα των Παραμάνων και πήγε και στάθηκε στο πρώτο γκισέ.
Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.
"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"
Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.
"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις;"
Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.
Δεν είμαι καμιά χτεσινή, δεν με ξεγελάει η προσωρινή ψευτο-ασφάλεια που νιώθω. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο ακόμη δεν με βλέπουν. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' τις Τράπεζες. Ελπίζω πως δεν μπορούν να με ακολουθήσουν. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από έναν κάδο ανακύκλωσης και περιμένω να χτυπήσει το Σήμαντρο.
Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά νιώθω υπερήφανη. Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές.
Στο δικό τους το μυαλό, ομορφιά, ίσον πάχος, ίσον υψηλή παραγωγικότητα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν παν να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, εκεί, το βιολί τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς τόσο μεγαλύτερο όγκο πλάσματος παράγει. Γι' αυτό και το στάνταρ παραμανικό ντι εν έι κωδικοποιεί την συγκεκριμένη προδιάθεση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί, ούτε πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες. Οπότε, γιατί με κυνηγάνε; Είναι άδικο, τόσο άδικο!
Η υπάλληλος τελείωσε και σήκωσε το κεφάλι.
"Καλημέρα σας. Η Αγγελική;"
Η απάντηση ήταν τόσο απρόσμενη που η Τασία ζήτησε από την υπάλληλο να επαναλάβει. Όταν συνειδητοποίησε τι έλεγε ή μάλλον τι εννοούσε η υπάλληλος, τα έχασε και πήγε να φύγει. Το ύφος της υπαλλήλου την συνέφερε. Η Τασία ζήτησε τις τρεις φιάλες, που είχε υπολογίσει. Η υπάλληλος όμως της είπε πως, λόγω της πανδημίας, μόνο μία μπορούσε να διαθέσει ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική τώρα είχε άλλα, σοβαρότερα προβλήματα. Ευχαρίστησε την υπάλληλο, πλήρωσε και απομακρύνθηκε.
Τρέχοντας πήγε προς την έξοδο, με το κεφάλι κάτω. Ενώ οι άλλες Παραμάνες ακόμη σχολίαζαν.
Στον προθάλαμο μόνο, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη αίματος στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της.
Η Αρχιεπισκοπή συνέλαβε την Αγγελική! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε;
Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στην πλατεία, μήπως;
Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Ευτυχώς, η Κυρία στεκόταν ακόμη εκεί που την είχε αφήσει. Όμως το σώμα της έγερνε και το βλέμμα της ήταν απλανές. Με τα μεντς η Κυρία, βυθιζόταν. Αν δεν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, να της αποσπάσει την προσοχή, μπορούσε να λιποθυμήσει — ή και χειρότερα — χωρίς να το καταλάβει.
Όσο για τον Κύριο, δεν μπορούσε να βασιστεί κανείς σ' αυτόν. Αν τύχαινε να μπει ονλάιν, θα έβλεπε την κατάσταση και θα έκανε κάτι. Αλλά κατά την διάρκεια της ημέρας σπανίως ευκαιρούσε.
"Κυρία;"
Η Κυρία ζορίστηκε να εστιάσει το βλέμμα της. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι. Αλλά άλλαξε γνώμη. Έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.
01.02.03 καθ οδόν
Από το σπίτι της Κυρίας μέχρι την πλατεία ήταν δέκα λεπτά δρόμος. Ο Κύριος — η συσκευή του — δυσκολευόταν λίγο με το οδόστρωμα που ήταν γεμάτο μπαλώματα και λακκούβες αλλά κούτσα-κούτσα τα κατάφερνε κι' αυτός.
Η Τασία περπατούσε πίσω από την Κυρία και τον Κύριο, φροντίζοντας να κρατάει το βλέμμα χαμηλά και ποτέ να μην ξεφεύγει προς τα δεξιά, προς την κατεύθυνση του βουνού.
Κάνουμε βήμα στο προαύλιο. Τα κτίρια της Μονής — της Ιεράς καί Σεβασμίας Μονής του Παντοκράτορα Ταώ Πεντέλης, όπως είναι το επίσημο όνομά της — υψώνονται πάνω απ' τα κεφάλια μας. Τα κοιτάω και δεν ξερω πώς μου φαίνονται. Οι Γέροντες αγαπούν να επαναλαμβάνουν πως κάποιοι από τους τοίχους αυτούς στέκουν επί εκατοντάδες χρόνια. Σημαίνει όμως κάτι αυτό; Έχει καμία σχέση η Μονή με αυτό που ήταν παλιότερα;
Ούτε γιατί κάνουμε βήμα, καταλαβαίνω. Σε τι θα μας χρειαστεί, όταν θα υπηρετούμε στα Λαϊκά των πόλεων; Αντίθετα, τα τραγούδια που λέμε, όσο βηματίζουμε, μού αρέσουν — σε όλους μας αρέσουν.
Προσπεράσαμε μόλις, τις Τράπεζες — εκεί που τρώμε — και συνεχίζουμε προς Κοιτίδες. Τις θυμάμαι ακόμη πολύ καλά. Κοιτάω απ' την άλλη, όποτε περνάμε απ' έξω. Οι περισσότεροι το ίδιο κάνουμε.
EXPLAIN WHERE WE ARE IN THE PRESENT - Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ
ΤΑ ΜΕΝΤΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΠ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ; EXPERIENTIAL PERFECTION, NO BOUNDARIES, CONNECTION WITH REAL PEOPLE IS OBSOLETE, INTIMACY IS OBSOLETE
LIFE -- NOT LIFE, REALITY (PHYSICAL AND SOCIAL) -- IS UNBEARABLE. PARABIOSIS AND MEDS ARE VITAL
EXPLAIN (NOT) AWAY; MAKE IT (NOT) SAFE