Ανεμομαζώματα

2026-04-06

01.01.02 στον διάδρομο

Ένας ευθύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε προσεκτικά, μεταφέροντας το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.

"Χρύσα! Χρύσα! Στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;

Η εξώπορτα βρισκόταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά. Στο ύψος της κουζίνας πήρε μια βαθιά αναπνοή. Μετά, συνέχισε πάλι, στον ίδιο ρυθμό.

Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα μού πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, τη νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;". Αιφνιδιασμένη, σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της, είναι δυνατόν να μιλάει σε εμένα; Αλλά σε ποιόν άλλον; Αφού μόνο εγώ είμαι τόσο κοντά της. Νιώθω ένα μαχαίρι να βυθίζεται στο στήθος μου. Με τίποτα δεν το περίμενα, να μου απευθύνει τον λόγο. Από τότε που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες, μόνο την κοιτάω μόνο, με νόημα υποτίθεται, αλλά δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι εννοώ. Να βγούμε απ'τον Θάλαμο μετά το Σιωπητήριο; Πώς διανοήθηκε να μου προτείνει κάτι τέτοιο; Κι' αν το πω στους Φύλακες;

Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, μια, δυο φορές, καταφατικά. Με είδε; Κατάλαβε; Δεν τολμώ να ανοίξω το στόμα μου.

Στην εξώπορτα όταν έφτασε, σταμάτησε. Έστησε αυτί. Ησυχία. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μικρή παύση. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως. Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι πολύ δυνατό.

Ανάθεμα!

"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.

"Εγώ είμαι, Κυρία".

"Πού είσαι;"

"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".

Έκλεισε την πόρτα. Προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, φροντίζοντας τώρα να κάνει θόρυβο σε κάθε της βήμα.

"Προχώρα μπροστά. Θα σε καλύπτω εγώ".

Οι δυο Φύλακες είχαν βγει απ' τον Θάλαμο και περπατούσαν στον διάδρομο. Ήσαν απορροφημένοι στην συζήτησή τους, δεν μας έβλεπαν έτσι που στεκόμασταν κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πάει να πει "Θα σε καλύπτω εγώ"; Αλλά είχε καμιά σημασία; Το ίδιο έκανε, είτε μπρος, είτε πίσω. Σαν τρελή τρέχω—αθόρυβα!—προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω—αθόρυβα!—μερικά σκαλιά. Στέκομαι. Γυρίζω. Η Χρύσα είναι μπροστά μου, δίπλα μου, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!

Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας. Έκανε να προχωρήσει, αλλά στάθηκε.

Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!

Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.

Πάμε!

Και με την Παραβίωση τι θα γίνει; Αφου δεν φτάνει το αίμα σου.

Δεν ξέρω! Δεν ξέρω!

Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν τοποθετημένο στο κέντρο για να είναι προσβάσιμο απ' όλες τις πλευρές. Όμως η Κυρία δεν ήταν εκεί. Η συσκευή του Κυρίου στεκόταν κόντρα στον απέναντι τοίχο. Το φωτάκι της αναβόσβηνε, σημάδι πως ακόμη φόρτιζε. Η πόρτα του εσωτερικού μπάνιου ήταν μισάνοικτη.

"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;", τσίριξε με ένταση η Κυρία. Στεκόταν δίπλα σχεδόν στην Τασία, αλλά από την πλευρά που δεν κοίταζε.

Η Τασία πετάχτηκε απ' την άλλη.

"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;"

Η Τασία έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. Αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα άσπρο, απλό νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Η στριγκή της φωνή έτρεμε από αγανάκτηση. Το κορμί της διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.

"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"