2026-05-22
01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της. Δυσκολευόταν να εστιάσει.
Χρύσα! Χρύσα! Αχ, μωρέ Χρύσα!
Δεν μας παρατάς με την Χρύσα σου; Η Κυρία θα ξυπνήσει όπου να' ναι, πρέπει να ετοιμαστείς για την παραβίωση. Μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.
Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.
Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Αλλά, το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Ωχ, νάτο, το αίμα. Νάτο, το νιώθω. Κολλάει και γλιστράει, ταυτόχρονα. Σαν φίδι είναι. Α, το σιχαμένο.
Αιμορραγία έχουμε! Πάλι! Πάλι!
Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή που μετρούσε το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της από τα αίματα και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.
Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.
Κοίταξε, μια στιγμή, το χρονόμετρο. '6' έλεγε.
"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.
Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.
Νάτη, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι, και μετά, το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.
Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28%'.
Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Θα λιποθυμήσω με το που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας. Αλλά και αυτό να μην γίνει, δεν θα πλυθεί καλά το αίμα της και θα φανεί στον ισοσταθμιστή. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Τίποτα, δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Δυο ή τρεις φιάλες άραγε; Τρεις, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική στα γκισέ; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;
Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.
Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.
Έστησε αυτί. Τίποτα.
Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω κάτι μέσα και κολλήσει η Κυρία; Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Τα πρωτόκολλα είναι απαράβατα. Να τα κάνω γρήγορα — αυτό είναι το μόνο που περνάει απ' το χέρι μου.
Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.
Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.
Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα.
Μωρέ δεν μας παρατάς τώρα κι' εσύ;
Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.
Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.
Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.
Γρήγορα! Πιο γρήγορα.
Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.
Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.
Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.
Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.
Νίψις τέλος. Σειρά της Ένδυσης τώρα. Όμως κουνήσου. Πάρε τα χέρια σου!
Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Άρπαξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.
Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία για την οποία είχαν σχεδιαστεί. Η πολύχρονη όμως επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.
Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας. Το βλέμμα της ήταν επιδοκιμαστικό.
Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.
Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!
Άνοιξε την πόρτα.
01.02.02 στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Ζέστη πολύ, και υγρασία. Η Τασία περίμενε τα αφεντικά της να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο προς την πλατεία, λίγο μετά την γωνία με την 25ης Μαρτίου.
Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου, στάθηκε δυο βήματα πιο πέρα και έβγαλε να πιει μια γουλιά μεντς. Η συσκευή του Κυρίου πάρκαρε δίπλα της. Η Τασία βεβαιώθηκε πως κανείς απ' τους δυο τους δεν ήταν εκτεθειμένος στον ήλιο και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου.
Το πολύ πέντε λεπτά. Κανόνισε την πορεία σου.
Στο εσωτερικό του φαρμακείου οι Παραμάνες ήσαν μεταξύ τους, συνήθως. Αν, τυχόν, έμπαινε καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, κι' αυτές, ήξεραν, και το απέφευγαν.
Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και μιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου στεκόταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Χασκογελούσαν μεταξύ τους αλλά έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τους τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους διαγράφονταν κάτω απ' τις στολές.
"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"
Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν, κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.
Ακροπατώντας, η Τασία παρέκαμψε την ομάδα των Παραμάνων και πήγε και στάθηκε στο πρώτο γκισέ.
Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, η ομάδα των Παραμάνων αντιλήφθηκε την Τασία.
"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Δεν μας βλέπεις;"
Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.
"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν την βλέπεις;"
Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.
Δεν είμαι χτεσινή, δεν με ξεγελάει αυτή η προσωρινή ψευτο-ασφάλεια που νιώθω. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο δεν μπορούν να δουν τι κάνω. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' τις Τράπεζες. Ελπίζω πως δεν μπορούν να με ακολουθήσουν. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από έναν κάδο ανακύκλωσης και περιμένω να χτυπήσει το Σήμαντρο.
Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά νιώθω υπερήφανη. Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές με μεγάλα μαστάρια και μπούτια.
Στο δικό τους το μυαλό, πάχος, ίσον παραγωγικότητα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν παν να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, εκεί, το χαβά τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς τόσο περισσότερο πλάσμα παράγει. Γι' αυτό και το στάνταρ παραμανικό ντι εν έι κωδικοποιεί την συγκεκριμένη προδιάθεση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί, ούτε πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες. Οπότε, γιατί με κυνηγάνε; Είναι άδικο, τόσο άδικο!
Η υπάλληλος τελείωσε και σήκωσε το κεφάλι.
ΜΟΝΟ ΧΑΜΟΓΕΛΑΜΕ, ΟΛΑ ΕΊΝΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ. ΓΕΛΑΣΤΟΣ ΤΡΟΜΟΣ. Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Η ΤΑΣΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΕΙ
"Καλημέρα σας. Η Αγγελική; Στην αποθήκη είναι σήμερα;"
"Τι θα θέλατε;"
"Να μιλήσω με την Αγγελική".
"Εννοώ, τι θέλετε να παραγγείλετε;"
"Να μιλήσω στην Αγγελική, δυο λεπτά;"
"Πέστε μου εμένα".
"Άρρωστη είναι η Αγγελική; Ή είναι πίσω στην αποθήκη;"
"Κυρία! Έχετε κάτι να παραγγείλετε;"
Η Τασία πήρε μια
Η απάντηση ήταν τόσο απρόσμενη που η Τασία ζήτησε από την υπάλληλο να επαναλάβει. Όταν συνειδητοποίησε τι έλεγε ή μάλλον, τι εννοούσε η υπάλληλος, τα έχασε. Το ύφος της υπαλλήλου την συνέφερε. Παράγγειλε τρεις φιάλες, όπως είχε υπολογίσει. Μόνο που δεν γέλασε η υπάλληλος. Λόγω πανδημίας, είπε, μόνο μία φιάλη μπορούσε να διαθέσει ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική, τώρα, είχε άλλα, σοβαρότερα προβλήματα. Πήρε την φιάλη, πλήρωσε και απομακρύνθηκε.
Τρέχοντας κατευθύνθηκε προς την έξοδο, με το κεφάλι κάτω. Ενώ οι άλλες Παραμάνες ακόμη σχολίαζαν.
Στον προθάλαμο μόνο, στάθηκε. Έκρυψε την φιάλη αίματος στην τσάντα της και φόρεσε ξανά τα προφυλακτικά της.
Η Αρχιεπισκοπή συνέλαβε την Αγγελική! Ποιαν; Την Αγγελική! Από που κι' ως πού; Τι τους έκανε;
Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στην πλατεία, μήπως;
Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Ευτυχώς, η Κυρία παρέμενε εκεί που την είχε αφήσει. Όμως το σώμα της έγερνε και το βλέμμα της ήταν απλανές. Βυθιζόταν τελείως η Κυρία, όταν ήταν στα μεντς. Αν δεν συνέβαινε κάτι ξαφνικό, να της αποσπάσει την προσοχή, μπορούσε να λιποθυμήσει — ή και χειρότερα — χωρίς να το καταλάβει.
Όσο για τον Κύριο, κατά την διάρκεια της ημέρας, σπανίως ευκαιρούσε να μπει ονλάιν. Δεν μπορούσε να βασιστεί κανείς σ' αυτόν.
"Κυρία;"
Η Κυρία ζορίστηκε να περιμαζέψει την προσοχή της. Όταν το βλέμμα της κατάφερνε να εστιάσει στην Τασία έκανε να ανοίξει το στόμα της να πει κάτι. Αλλά, άλλαξε γνώμη. Έριξε μια ματιά προς την συσκευή του Κυρίου, μετά έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.