Ανεμομαζώματα

2026-06-29

amomon aima

Αίμα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Χρύσα! Χρύσα! Αχ, μωρέ Χρύσα! Άραγε με…

Δεν μας παρατάς με την Χρύσα σου; Όπου να' ναι θα ξυπνήσει η Κυρία. Πρέπει να ετοιμαστείς. Μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια αναπνοή και… Τι μυρίζει; Ωχ. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου. Το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Όμως, νάτο το αίμα. Νάτο, το νιώθω. Κολλάει — και γλιστράει, ταυτόχρονα, σαν φίδι. Α, το σιχαμένο.

Αιμορραγία έχουμε! Πάλι! Πάλι!

Παραπατάω. Πέφτω. Σε πηγάδι, στενό, ούτε ν' αναπνεύσω δεν χωράω. Σφήνωσα. Αναθεματισμένη τύχη, ατυχία, ό,τι σκατά είναι. Θα πεθάνω. Θα τρελαθώ. Μούσκεμα είμαι. Ελπίζω να σκάσω πριν τρελαθώ.

1… 2…3. Ανάπνευσε. 27… 28…29.. Ανάπνευσε. 81… 82…83. Ησύχασε.

Βαριαναστέναξε. Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε την συσκευή για να μετράει το αίμα. Στέγνωσε το μπράτσο της και σύνδεσε την υποδοχή της συσκευής στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα της. Έκλεισε τα μάτια.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πόσος καιρός πάει απ' την προηγούμενη φορά; Δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου ήταν. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.

Σκατά ήξερα!

Το νερό με σκεπάζει. Βουλιάζω. Τα χέρια και τα πόδια μου είναι δεμένα — σε κοτρόνα που με σέρνει στο βάθος. Είναι σκοτεινά. Τι παραμονεύει εκεί κάτω;.

Σταμάτα. Σταμάτα!

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το χρονόμετρο. '6' έλεγε.

"Η Κεφαλής! Έρχεται η Κεφαλής!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σωματάκι, ένα μυαλουδάκι.

Νάτη, έφτασε η Κεφαλής. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι, και μετά, το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.

Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28'.

Εικοσιοκτώ τα εκατό! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Πώς θα βγάλω την παραβίωση της Κυρίας; Αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Με τόσο αίμα ή θα λιποθυμήσω πριν τελειώσω ή το αίμα της δεν θα πλυθεί καλά και θα φανεί στην οθόνη. Άσε τον κίνδυνο για την υγεία της, ούτε που το συζητάω αυτό. Μπα, δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να τρέξω στο φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Δυο ή τρεις φιάλες άραγε; Τρεις, αν μου δώσουν. Θα είναι άραγε η Αγγελική στα γκισέ; Και πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε λίγο, να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτα.

Να δοκίμαζα τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά χωρίς πρωτόκολλα, μπορεί να κολλήσω κάτι, να το φέρω μέσα και να μολύνω την Κυρία. Όχι, δεν γίνεται. Δεν επιτρέπεται. Τα πρωτόκολλα είναι απαράβατα. Να τα εκτελέσω γρήγορα — αυτό είναι το μόνο που έχω δικαίωμα.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε χώρος για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.

Χρύσα!

Βρε άει παράτα μας, σου λέω.

Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.

Η Κεφαλής μας προσπερνάει, προχωράει πάρα πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει. Μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή. Δεν τα βλέπει η Κεφαλής. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.

Γρήγορα! Πιο γρήγορα.

Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς αυτή την φορά.

Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Νίψις τέλος. Σειρά της Ενδύσεως τώρα. Όμως κουνήσου. Πάρε τα χέρια σου!

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Πήρε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε. Η διαδικασία ήταν πολύπλοκη. Τα υφάσματα έπρεπε να συναρμόζουν τέλεια για να προσφέρουν την προστασία που έπρεπε. Αλλά η πολύχρονη επανάληψη έδινε ροή στις κινήσεις της.

Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της.

Κλείνοντας την ντουλάπα, το βλέμμα της προσπάθησε αλλά δεν πρόλαβε να αποφύγει τον καθρέφτη της πόρτας. Έριξε στην εικόνα της την καθιερωμένη μούντζα και προσπέρασε.

Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.

Άντε, άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!

Άνοιξε την πόρτα.

Στον διάδρομο

Ένας μακρύς διάδρομος συνέδεε το δωμάτιό της με το υπόλοιπο σπίτι. Πρώτα ήταν η κουζίνα, μετά το σαλόνι, το γραφείο του Κυρίου και, στο τέλος, η κρεβατοκάμαρα και η αποθήκη. Προχώρησε αργά, αθόρυβα, μεταφέροντας προσεκτικά το βάρος της από το ένα βήμα στο άλλο.

"Χρύσα, στάσου. Κουράστηκα", ψιθυρίζω παρακλητικά. Ο διάδρομος της Μονής μπροστά μας, μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο. Πώς θα τον διασχίσουμε;

Η εξώπορτα ήταν ανάμεσα στην κουζίνα και το σαλόνι, αλλά από την απέναντι πλευρά.

Καθώς βηματίζουμε, η Χρύσα πετάει κλεφτά ένα: "Θέλεις να δούμε πώς είναι, νύχτα, έξω απ' τους Θαλάμους;".

Σηκώνω το κεφάλι. Ίσια μπροστά είναι καρφωμένο το βλέμμα της. Σε εμένα μιλάει; Είναι δυνατόν;

Ένα μαχαίρι βυθίζεται στο στήθος μου. Και στριφογυρίζει, στριφογυρίζει.

Την γνώρισα εδώ, στα Λουτρά των Θαλάμων, μετά που βγήκαμε απ' τις Κοιτίδες. Όλο να την κοιτάω θέλω κι' ας μην το αντέχω. Αλλά τι ήταν αυτό που είπε; Αφού δεν επιτρέπεται, έξω από τον Θάλαμο, μετά το Σιωπητήριο. Τρελή είναι;

Βιαστικά, κουνάω το κεφάλι, καταφατικά, μια, δυο, και μετά, και τρίτη φορά, για σιγουριά. Με είδε άραγε; Δεν τολμώ, ούτε να ανοίξω το στόμα μου, ούτε να κοιτάξω ξανά προς το μέρος της.

Όταν έφτασε στην έξοδο, στάθηκε. Έστησε αυτί. Τίποτα. Πολύ απαλά, έπιασε το πόμολο, το γύρισε, και άνοιξε την πόρτα, ίσα-ίσα μια χαραμάδα. Μετά, με μια απότομη κίνηση, την άνοιξε τελείως.

Στο τέλος της κίνησης, εκεί που το χέρι της αναγκαστικά επιβράδυνε, η πόρτα έκανε ένα "κριτς", όχι πολύ δυνατό.

Ανάθεμα!

"Ποιος είναι;", ακούστηκε αμέσως.

"Εγώ, Κυρία".

"Πού είσαι;"

"Αμέσως Κυρία. Έφτασα".

Έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα, χτυπώντας τώρα τα βήματά της ένα-ένα.

"Προχώρα μπροστά. Σε καλύπτω".

Οι δυο Φύλακες βγαίνουν απ' τον Θάλαμο και περπατούν στον διάδρομο. Είναι απορροφημένοι στην συζήτησή τους. Δεν μας βλέπουν, έτσι που στεκόμαστε κολλητά στον μισοφωτισμένο τοίχο. Τι πήγαινε να πει αυτό το 'Σε καλύπτω'; Αφού θα μας δουν αμέσως, και τις δυο, έτσι και σηκώσουν το βλέμμα.

Σαν τρελή τρέχω — αθόρυβα! — προς το βάθος του διαδρόμου. Φτάνω στο κεφαλόσκαλο. Στρίβω, πιάνομαι απ' την κουπαστή και κουτρουβαλάω — αθόρυβα! — μερικά σκαλιά. Εδώ, δεν φαινόμαστε, θα 'μαστε ασφαλείς. Στέκομαι. Γυρίζω. Με έφτασε, η Χρύσα. Δίπλα μου είναι, ούτε δυο εκατοστά δεν απέχει. Αναπνέω το σώμα της. Χριστέ μου!

Μπήκε στον προθάλαμο της Κυρίας, και αμέσως στάθηκε.

Πρωτόκολλο, ηλίθια. Πρωτόκολλο!

Από το ντουλάπι κάτω απ' τον μικρό νιπτήρα πήρε μια ολόσωμη ποδιά εργασίας. Την φόρεσε πάνω απ' την δική της και την έδεσε πίσω στην μέση της. Έβαλε μάσκα, παντόφλες, γάντια, όλα διπλά, πάνω απ' τα δικά της.

Πάμε, πάμε!

Και με την παραβίωση τι θα γίνει; Αφού δεν φτάνει το αίμα σου.

Δεν ξέρω! Παράτα με!

Στο κυρίως δωμάτιο η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Παντού υπήρχαν ράγες ρούχων κλεισμένων σε αεροστεγείς πλαστικές σακούλες. Το κρεβάτι της Κυρίας ήταν άδειο. Δίπλα του, η συσκευή του Κυρίου ακόμη φόρτιζε, το λαμπάκι της αναβόσβηνε. Η πόρτα της τουαλέτας ήταν μισάνοικτη.

"Τι έγινες βρε ξεμυαλισμένη;"

Η τσιρίδα της Κυρίας ήρθε από την πλευρά που δεν κοιτούσε. Ασυναίσθητα, η Τασία αναπήδησε προς την άλλη.

"Δεν ξέρεις πόσο άρρωστη είμαι;", συνέχισε η Κυρία στον ίδιο έντονο τόνο. "Γιατί, νομίζεις, σε βαστάω ακόμη; Για τα όμορφα σου μάτια;".

Η Τασία έκανε πίσω, άλλο ένα βήμα. Γύρισε και αναμέτρησε την Κυρία. Φορούσε ένα απλό, άσπρο νυχτικό και την μάσκα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με κρέμα. Όμως οι πληγές του χτικιού, από κάτω, διακρίνονταν καθαρά. Το μαλλί της ήταν ανάστατο. Η στριγκή της φωνή έτρεμε. Το κορμί, και ειδικά τα χέρια της, διέτρεχαν μικροί σπασμοί. Πήρε μια γρήγορη αναπνοή και συνέχισε με ανανεωμένη ένταση.

"Αλλά δεν φταίει κανείς άλλος, εγώ φταίω, που σε λυπήθηκα και δεν σ’ άφησα να σέρνεσαι στους πέντε δρόμους. Ούτε μια βδομάδα δεν θ’ άντεχες, έτσι και ξανάβγαινες στο κλαρί. Ούτε μία!"

Η Τασία έκανε λίγο στο πλάι. Είδε μια πετσέτα κάτω. Έσκυψε, την μάζεψε, και ξεκίνησε να την πάει στη θέση της, στην τουαλέτα.

"Άστα αυτά", την διέκοψε η φωνή της Κυρίας. "Ήρθες να μας βάλεις και σε τάξη τώρα; Άντε να μου φτιάξεις το πρωινό μου".

Πρωινό; Και η παραβίωση; Προλαβαίνω, άραγε, να τρέξω στο φαρμακείο, όσο θα γίνεται το πρωινό της; Κι' αν με φωνάξει;

Άφησε την πετσέτα πρόχειρα στην πλάτη μιας μικρής πολυθρόνας. Με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα πέρασε ανάμεσα απ' τις ράγες των ρούχων και χώθηκε στον προθάλαμο, εκεί που δεν την έβλεπε η Κυρία. Έβγαλε την ποδιά και τα υπόλοιπα προστατευτικά και τα πέταξε. Άνοιξε την πόρτα.

"Καλημέρα αγάπη μου", ακούστηκε η φωνή του Κυρίου απ' την συσκευή.

"Α, ώστε μας θυμήθηκες;", απάντησε η Κυρία. Η φωνή της ακούστηκε διαλλακτική, παραπονεμένη σχεδόν.

Μεντς

Μπήκε στην κουζίνα και έγειρε προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Γέμισε με νερό το μπρίκι και το έβαλε να ζεσταθεί. Από ένα ντουλάπι πάνω απ' την κουζίνα διάλεξε τρία βαζάκια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στον πάγκο πίσω της. Έσκυψε, και από ένα συρτάρι πήρε την ζυγαριά ακριβείας. Την άφησε και αυτή στον πάγκο δίπλα στα βαζάκια.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Άνοιξε το μεσαίο βαζάκι.

Όλα είναι μπλε. Ένα μπλε μουντό, σχεδόν γκρίζο. Βηματίζουμε ώρα τώρα, δεν ξέρουμε πόση. Ούτε που μας νοιάζει. Ακολουθούμε μόνο, αμίλητα, την Κεφαλής που πάει μπροστά. Κοντή και χοντρή είναι σήμερα, άλλες φορές όχι. Περπατάει βιαστικά και μοιάζει με μπάλα. Γύρω μας, περνούν χωράφια. Δεν τα πιστεύουμε, όχι πια. Παλιότερα, δοκιμάζαμε να λοξοδρομήσουμε και ν' αγγίξουμε ένα θάμνο, ένα χαλίκι. Αδύνατον. Οπότε, μάθαμε, και δεν δίνουμε πια σημασία. Τον νου μας τον έχουμε μέσα μας. Χαμός γίνεται. Όλα μαζί μιλάμε. Πολύ πλάκα!

Στις Καντίνες πάμε. Δεν είναι τόσο ωραία εκεί, προτιμάμε στις Κοιτίδες. Αλλά στις Καντίνες, τρώμε. Έχει και κάτι οθόνες που παίζουν καρτούνς, τα Σνίπιζ. Αυτά τα αγαπάμε, πολύ. Είναι μικρά, σαν εμάς, αλλά αυτά είναι πολύ δυνατά. Ό,τι θέλουν μπορούν να κάνουν. Δεν καταλαβαίνουμε πού βρίσκονται ή τι κάνουν ακριβώς, πάντως ούτε Κεφαλή έχουν, ούτε Αδερφές.

Χαζεύουμε, όσο αντέχουμε. Αλλά κάποια στιγμή δεν πάει άλλο, βαριόμαστε. Το καταλαβαίνουμε γιατί οι φωνές στο μυαλό αρχίζουν να πυκνώνουν. Γελάμε, κλαίμε, μαλώνουμε, λέμε ιστορίες. Η αγαπημένη μας είναι με τον Μπαμπούλα, που παίρνει τα κακά παιδιά. Στέκεται στον διάδρομο έξω απ' τις Κοιτίδες και περιμένει. Μοιάζει με τον Όλιβερ, τον εχθρό των Σνίπιζ ,αλλά αυτουνού το σώμα είναι πιο μακρουλό και η μουσούδα του μακρόστενη, σχεδόν μυτερή, σαν μυρμηγκοφάγου. Μόλις μας δει να βγαίνουμε, πετάγεται και μας αρπάζει. Τα σουβλερά του δόντια μπήγονται στη σάρκα μας. Το κορμί μας σπαράζει, στην αρχή, αλλά μετά όλο και πιο αργά, πιο αργά. Το αλμυρό, ζεστό αίμα στάζει απ' το στόμα του και λεκιάζει την στολή του. Σκουπίζεται αδιάφορα με το μανίκι του. Μετά, παίρνει το άψυχο κορμάκι μας και το πετάει στην πλησιέστερη ανακύκλωση. Ένα ρέψιμο αντιλαλεί στον διάδρομο καθώς ο Μπαμπούλας επιστρέφει στο πόστο του.

Χα, χα. Αριστούργημα!

Μέτρησε με προσοχή την ποσότητα που έγραφε στο καπάκι. Για ασφάλεια, ακούμπησε και λίγο, με το δάχτυλό της, την ζυγαριά να βεβαιωθεί πως δεν είχε κολλήσει η ένδειξη. Άδειασε την σκόνη στο μπρίκι και επανέλαβε με το αριστερό βαζάκι.

Κράτα σταθερό το χέρι σου! Άλλο ένα έμεινε και μετά πρέπει να βγω, αν τα καταφέρω — αποκλείεται, αλλά λέμε τώρα. Πρέπει να δοκιμάσω. Δηλαδή, τι; Να μην κάνω τίποτα; Αφού δεν την βγάζω την παραβίωση. Κι' αν μ' ακούσει, την ώρα που θα βγαίνω; Ή, ακόμη χειρότερα, αν με φωνάξει την ώρα που θα λείπω; Σταμάτα, σταμάτα! Μα, ισχύει! Μπορεί. Μπορεί όμως και όχι.

Έτοιμη να ανοίξει και το δεξί ήταν, όταν ακούστηκε το "ντιν-ντον" της Αρχιεπισκοπής, η ειδοποίηση πως ακολουθούσε δημόσια ανακοίνωση. Στάθηκε ν' ακούσει.

Νέα πανδημία! Εκτιμώμενη διάρκεια: τρεις ημέρες. Ο πληθυσμός έπρεπε να πάρει τα συνήθη για τις περιστάσεις αυτές, μέτρα. Η φωνή ήταν ένρινη και διαπεραστική. Μετά, σταμάτησε, απότομα.

"Τασία!"

"Μάλιστα Κυρία".

"Άκουσες;"

"Μάλιστα Κυρία".

"Έτοιμο το πρωινό;"

"Μόλις το έβαλα Κυρία".

"Όπως είναι φέρ' το, με ένα κουτάλι. Θα το κάνεις με το χέρι".

"Αμέσως Κυρία".

Χέστηκε μόλις άκουσε για πανδημία. Και όταν ταραχτεί, το πρώτο που σκέφτεται είναι τα μεντς, το "πρωινό" της. Αλλά τώρα, μπορείς να το ξεχάσεις το φαρμακείο. Την πάτησες! Ηρέμησε, θα δούμε. Τι θα δούμε; Αφού, τελείωσε, αυτό ήταν. Σταμάτα, θα δούμε!

Μέτρησε την ποσότητα κι' απ' το τελευταίο βαζάκι, την έριξε στο μπρίκι, μετά το τράβηξε από την φωτιά, την έσβησε, και έχυσε το περιεχόμενο σε ένα φλιτζάνι, με καπάκι, σαν θερμός. Φόρτωσε σε ένα μικρό δίσκο το φλιτζάνι και ένα κουτάλι, τα ισορρόπησε, και βγήκε απ' την κουζίνα περπατώντας σιγά-σιγά. Το χέρι της έτρεμε λίγο.

Παραβίωση

Μπαίνοντας στο δωμάτιο παρά λίγο να πέσει πάνω στον Κύριο. Η συσκευή είχε μετακινηθεί μπροστά στην είσοδο και η κάμερα ήταν γυρισμένη προς το εσωτερικό του δωματίου.

"...αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε μαζί, ετσι δεν είναι;", ήταν το τέλος της φράσης του Κυρίου που πρόλαβε να πιάσει η Τασία. Η Κυρία κάτι πήγε να απαντήσει αλλά είδε την Τασία και σταμάτησε.

Ο Κύριος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε πίσω του. Η κάμερα γύρισε απότομα και μετά ολόκληρη η συσκευή βιάστηκε να παραμερίσει. Η Τασία έκανε ένα νεύμα προς την κατεύθυνση του Κυρίου και προσπέρασε. Έριξε πάνω της νέο σετ προστατευτικών και πλησίασε το κρεβάτι, όπου τώρα ήταν ξαπλωμένη η Κυρία.

"Α, ήρθες;", ρώτησε ξινά η Κυρία. "Εδώ, άσε το" είπε, και έδειξε ανυπόμονα το κομοδίνο δίπλα της.

Να η ευκαιρία. Αν με διώξει, μπορεί να προλάβω να πάω στο φαρμακείο.

Η Τασία έκανε χώρο στο κομοδίνο και ακούμπησε τον δίσκο.

Πρόσεξε πώς θα το πεις!

"Θέλετε κάτι άλλο Κυρία;"

Η Κυρία άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Όμως δεν πρόλαβε. Πετάχτηκε ο Κύριος.

"Τασία, άσε τις ερωτήσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις".

Η Τασία και η Κυρία κοιτάχτηκαν μια στιγμή. Τα βλέφαρα της Κυρίας πετάρισαν νευρικά. Στο τέλος η Κυρία γύρισε προς τον Κύριο και είπε υποχωρητικά.

"Μα, δεν τελειώσαμε".

"Πρώτα η υγεία σου", την έκοψε ο Κύριος. "Χωρίς αυτήν, τι νόημα έχουν όλα τα άλλα;"

"Μετά, θα μπλέξεις με την δουλειά και δεν θα μπορείς".

"Μην ανησυχείς, θα βρούμε τον χρόνο".

Η Κυρία έμεινε σιωπηλή.

Τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Ξεκίνα. Δεν γίνεται να μην ξεκινήσεις. Ξεκίνα και βλέπουμε.

Η Τασία επέστρεψε στον προθάλαμο. Ο Κύριος κατάλαβε πως εμπόδιζε εκεί που στεκόταν. Πέρασε στο εσωτερικό του δωματίου και πήγε και στάθηκε κοντά στο κρεβάτι, σε σημείο που δεν υπήρχε κίνδυνος να μπλεχτούν οι ρόδες του στις ράγες των ρούχων.

Από ένα ντουλάπι η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή, την συσκευή που ρύθμιζε την ροή του αίματος την ώρα της παραβίωσης. Αφαίρεσε το προστατευτικό του κάλυμμα και βεβαιώθηκε πως η μπαταρία ήταν φορτισμένη. Άνοιξε το συρτάρι πάνω απ' το ντουλάπι, πήρε μια χούφτα αναλώσιμα και τα έριξε στην τσέπη της ποδιάς της. Μετά, έσπρωξε τον ισοσταθμιστή στα ροδάκια του μέχρι δίπλα στο κρεβάτι. Κάθισε στο καρεκλάκι που είχε για την ώρα της παραβίωσης και άπλωσε στην ποδιά της τα αναλώσιμα να τα ξεδιαλέξει.

Τι θα απογίνω, τώρα που θα συνδεθούν οι κυκλοφορίες μας; Θα λιποθυμήσω ή χειρότερα; Και μετά, όταν θα κολλήσει η μηχανή, τι θα γίνει; Θα με διώξει αμέσως, άραγε η Κυρία; Πού θα πάω; Τι θα κάνω; Σταμάτα, σταμάτα. Πρώτη φορά είναι;

Δεν χρειαζόταν να κοιτάει η Τασία. Με τις άκρες των δαχτύλων έλεγχε τις απολήξεις των αισθητήρων. Τους ίσιωνε, αν μπορούσε, και τους έβαζε στην άκρη, αν ήταν για πέταμα. Δούλευε γρήγορα αλλά μηχανικά. Η Κυρία περίμενε, με το βλέμμα στυλωμένο στο ταβάνι. Πότε-πότε έβγαζε έναν μικρό αναστεναγμό.

Η Κεφαλής μας παρατάσσει έξω απ' την Κοιτίδα.

"Κλίνατε, επί δε-ξιά! Εμπρός Βάδην, Μαρς".

Εκτελούμε, μηχανικά. Αγουροξυπνημένα είμαστε ακόμα. Η Κεφαλής όλο γυρνάει και ελέγχει, μην έχει παρεκκλίνει κανείς. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί πάμε Καντίνες τόσο νωρίς. Ούτε να νιφτούμε δεν προλάβαμε καλά-καλά. Οι Αδελφές ήταν πολύ θυμωμένες. Αλλά αφού η Κεφαλής έδωσε παράγγελμα δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.

Πόση ώρα περπατάμε; Μετράμε ένα-ένα τα δευτερόλεπτα. Και, ταυτόχρονα, έχουμε χάσει το μέτρημα. Όλα, μέσα μας, φωνάζουν μπερδεμένα. Καθώς εισπνέουμε, το μυαλό μας πλημμυρίζει με σκέψεις, καθώς εκπνέουμε συνεισφέρουμε τις δικές μας. Έτσι πάει, με την αναπνοή. Ένα μυαλό σε εικοσιοκτώ σώματα, τριάντα δύο, αν υπολογίσουμε και τις απώλειες.

Αλλά τώρα, σαν κάτι να μην πάει καλά. Υπάρχει κάτι κακό, το νιώθουμε κατά κύματα. Το βλέπουμε μπροστά, τρομάζουμε, και το μεταφέρουμε και πιο πίσω. Τι είναι; Η Κεφαλής, δεν σταματά. Συνεχίζει, επιμένει, να προχωρά.

Φοβόμαστε! Τι είναι αυτό που στέκει μπροστά μας; Πού είναι οι Καντινούλες μας; Τα Σνίπιζ; Θα είναι μόνα τους τώρα, κακομοιρούτσικα.

Μπροστά μας, χάσκει μια τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του τοπίου, των ελεεινών αυτών χωραφιών. Το ξέρουμε πως είναι ψεύτικα, κι' αυτά, και τα μενεξεδένια βουνά, που φαίνονται πέρα στο βάθος. Αλλά αυτή εδώ η τρύπα είναι αληθινή. Μόνη της, στη μέση του πουθενά, τι ρόλο παίζει; Με πόρτα μοιάζει. Πού οδηγεί; Στο εσωτερικό της δεν φαίνεται τίποτα. Άσπρο, μόνο άσπρο. Αστραφτερό. Φρικτό είναι, απαίσιο!

Η Κεφαλής στέκεται δίπλα ακριβώς απ' την τρύπα. Την δείχνει και μας λέει να μην χάνουμε την ώρα μας. Δηλαδή, τι; Φαντάζεται πως θα μπούμε ποτέ εκεί μέσα; Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε! Σταμάτα, μην μας βασανίζεις. Κακιά! Κακιά. Πηρούνα!

Υπακούμε. Τι άλλο να κάνουμε; Τι μπορούμε; Τίποτα. Μέσ' το μυαλό μας βουή και αντάρα. Θρηνούμε μόνο, θρηνούμε γοερά.

Ένα-ένα πλησιάζουμε, σκύβουμε, και πέφτουμε μέσα, στο πουθενά. Και, κάθε φορά, η τρύπα κάνει ένα 'ποπ'. Ποιος να το έλεγε. Κι' εμείς που λέγαμε. Τι λέγαμε; Δεν ξέρω. Όχι πάντως αυτό. Ακόμη κι' ο Μπαμπούλας, καλύτερος θα' ταν. Όχι αυτό, το … πράγμα. Αυτό το ανύπαρκτο.

Ποπ. Ποπ. Ποπ.

Πλησιάζουμε. Τρία βήματα έμειναν. Μην τρέμουμε! Δύο. Να θυμηθούμε να αναπνεύσουμε. Τα μάτια μας θολώνουν. Ένα. Ξεχνάμε να αναπνεύσουμε.

Ποπ.

Η Τασία προσάρμοσε τους αισθητήρες και τα σωληνάκια του ισοσταθμιστή στο μπράτσο της Κυρίας. Πολύ προσεκτικά, γιατί δεν έπρεπε να την αγγίξει, έστω και αν φορούσε γάντια. Επανέλαβε τα ίδια και στο δικό της μπράτσο. Έλεγξε άλλη μια φορά όλες τις συνδέσεις και μετά πάτησε το μεγάλο, πράσινο κουμπί. Η συσκευή άρχισε να κάνει 'γρρρ'.

Ουρλιαχτά. Ουρ-λια-χτά. Φωνές. Κραυγές και κλάματα, γοερά. Ομιλίες. Για μένα λένε; Γιατί; Άστε με ήσυχη! Ψίθυροι. Δεν ακούω τι λένε. Προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. Μόνο ανάσες πια διακρίνω. Αλλά ούτε καν γι’ αυτές δεν είμαι σίγουρη.

Θυμάμαι. Αρχίζω να θυμάμαι, ποια είμαι. Η ανάμνηση σωριάζεται πάνω μου φρικτή, μαύρη και άραχνη. Ανατριχιάζω. Τρέμω ολόκληρη, ακατάσχετα.

Πώς είναι δυνατόν; Πού βρίσκομαι; Τι έχει συμβεί;

Αλλά — πρώτα απ' όλα! — πώς γίνεται και σκέφτομαι στο ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ;

Μαγκώνω ολόκληρη. Μυαλό και σώμα ακινητοποιούνται. Ούτε ν' αναπνεύσω δεν τολμώ. Ακόμη και μια μόνο αναπνοή είναι αρκετή για να προδώσει την κατάστασή μου. Δεν είμαι έτοιμη να μάθω. Φοβάμαι, δεν θέλω. Αλλά, τελικά, αναγκάζομαι. Εισπνέω. Εισπνέω ένα-ένα τα μόρια του οξυγόνου και ψάχνω με αγωνία. Πού είναι οι φωνές των άλλων; Θα νιώσω τον παλμό της σκέψης τους; Τίποτα. Σιωπή. Νέκρα.

Η έλλειψη αέρα με αναγκάζει να πάρω βαθιά αναπνοή. Κι' άλλη. Κι' άλλη. Η πραγματικότητα στέκει απέναντί μου και με παρατηρεί. Είμαι μόνη μου πια. Κατάμονη.

Ο αέρας, καθ’ αυτός, είναι το πρώτο που µού τραβάει την προσοχή. Πόσες μυρωδιές! Άγνωστες, όλες.

Πεταρίζω τα βλέφαρα. Τίποτα. Μόνο άσπρο. Ξαναδοκιμάζω. Τα ίδια. Όμως, κάτι ακούω, εδώ, δίπλα. Πάω να πω "δίπλα μου", αλλά δεν μου' ρχεται. Δεν θέλω, να μιλάω σαν να είμαι μόνη. Ποιος μας το έκανε αυτό; Πώς έγινε και χωριστήκαμε; Το μυαλό — το μυαλό "μου" — δεν μπορεί να το χωρέσει. Ποτέ δεν θα το ξεχάσω όμως, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αν υπάρχει και ένα μόνο πράγμα που να μπορώ να κάνω μόνη μου, τότε ποτέ δεν θα ξεχάσω, ποτέ δεν θα συγχωρήσω.

Μήπως υπερβάλλω; Μήπως είναι κάτι απλό; Μήπως, απλώς, έχω κουφαθεί; Ή τυφλωθεί; Είναι η ελπίδα μου αυτή; Μα, τι λέω; Αφού ακούω καθαρά μια ανάσα δίπλα μου. Κι’ ούτε η όρασή μου έχει τίποτα. Ζαλισμένη είμαι. Να, υψώνω τα χέρια — τα χέρια μου — και βλέπω σκιές να περνούν μπροστά από εκεί που είναι τα μάτια μου. Μπορεί να μην βλέπω ακόμη, αλλά θα δω, είμαι σίγουρη. Σε λίγο, θα δω.

Και, πράγματι. Κουνώ τα δάχτυλα και ο χορός των σκιών γίνεται όλο και πιο αργός, όλο και πιο αργός, ώσπου σταματάει. Οι σκιές γεμίζουν χρώμα και μετατρέπονται σε δάκτυλα. Ισχνά και κακομοιριασμένα, αλλά δάκτυλα. Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω γύρω. Διακρίνω σώματα. Εμείς είμαστε. Εμείς και μερικές Αδελφές. Βρισκόμαστε, καταλαβαίνω, από την άλλη πλευρά της τρύπας. Αλλά πώς

"Πού πας; Φεύγεις;", φώναξε αναπάντεχα η Κυρία.

Η Τασία αναπήδησε. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ισοσταθμιστή. Λίγο πέρα από τη μέση ήταν, στα τρία τέταρτα. Γύρισε προς την Κυρία. Κοίταζε προς την κατεύθυνση του Κυρίου. Δεν τον είχε προλάβει. Η οθόνη του ήταν μαύρη.

Ένδυσις

Σήκω, σήκω. Στάσου μπροστά της. Τώρα!

Η Τασία πετάχτηκε ανάμεσα στην Κυρία και τον ισοσταθμιστή.

"Να συνεχίσουμε Κυρία;", ρώτησε.

"Όχι, φτάνει", απάντησε αμέσως η Κυρία εκνευρισμένη. Μετά συνέχισε με άλλο ύφος. "Δεν αντέχω άλλο, πιάστηκα." Το βλέμμα της έπεσε στο φλιτζάνι. Το ύφος της άλλαξε πάλι. "Και … διψάω. Τι μου το' φερες έτσι, αυτό; Πώς θα το πιώ; Τρελή είσαι;"

Προσέχοντας μην τυχόν μείνει ακάλυπτη η οθόνη και φανεί η ένδειξη, η Τασία έβγαλε τον ισοσταθμιστή από τη πρίζα. Μάζεψε γρήγορα όλον της τον εξοπλισμό, τον παράχωσε πίσω στο ντουλάπι, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι, και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ελαφρά.

Ανάπνευσε! Ανάπνευσε! Ηρέμησε. Δεν την είδε, την ένδειξη! Δεν κατάλαβε. Και επειδή διακόψαμε νωρίς, την γλύτωσα, τίποτα δεν έπαθα. Πόσο χαζή είναι. Χα, χα, χα!

Η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.

Η Τασία έλεγξε το υγρό στο φλιτζάνι. Δεν φαίνονταν πια σβόλοι, όχι μεγάλοι τουλάχιστον. Το έτεινε προς την Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια καχύποπτη ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα. Έκλεισε τα μάτια της.

Εσύ είσαι χαζή, όχι η Κυρία. Και μάλιστα πολύ — εντελώς ηλίθια. Γιατί, κατά τύχη είμαστε εδώ. Λίγο ακόμη και θα μας κουβάλαγαν τέσσερεις. Την γλυτώσαμε μόνο και μόνο επειδή η Κυρία θύμωσε όταν έφυγε ο Κύριος.

Ωραία, και τι θες να κάνω τώρα, γιατί με πιλατεύεις;

Στην επόμενη παραβίωση τι θα γίνει ; Πάλι θα βρεθεί κάποιος να την διακόψει;

Γι' αυτό, αντί να κάθεσαι να χαζογελάς πρέπει να σκεφτούμε ένα τρόπο ώστε αυτό, με το φαρμακείο, να μην ξανασυμβεί. Κάπου, μέσα στο σπίτι, πρέπει να χτίσεις καβάτζα. Να μην πρέπει να κρύβεσαι και να τρέχεις σαν τρελή κάθε φορά που δυσκολεύεσαι. Και, στο εξής, θα δυσκολεύεσαι πολύ συχνά.

Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Αν και ήταν πολύ νωρίς ακόμη, η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για ενδείξεις της τούμπας από τα μεντς.

"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".

"Και ο Κύριος;"

"Θα τον πάρουμε μαζί".

"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"

"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που σου είπα".

Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, την άνοιξε και κρύφτηκε στο εσωτερικό της.

Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η παραβίωση, ούτε τα μεντς την τούμπαραν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!

Άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.

Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, ενώ το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, ούτε να την βλέπω δεν θέλω. Φτάνει που έχω να την ντύσω.

Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Τόσα προστατευτικά φοράω. Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά, όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.

Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο, όλα ασορτί, και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι.

Όχι μόνο να την ντύσεις, όλη μέρα από κοντά πρέπει να την έχεις. Δεν έχει καθαρίσει καλά το αίμα της. Έτσι και πάει και ανακατευτεί πουθενά που δεν κάνει…

Με την πλάτη πάντα γυρισμένη προς την Κυρία, άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο μόνο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα φορέματα.

Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε κι' αυτό στο ράφι με τα εσώρουχα.

Τα παπούτσια, αυτά που η Κυρία ήθελε πρόχειρα, ήταν σε δική τους ντουλάπα — τα υπόλοιπα βρίσκονταν πακεταρισμένα στην αποθήκη. Η Τασία άνοιξε την ντουλάπα όσο χρειαζόταν για να βγάλει ένα ζευγάρι δερμάτινα πέδιλα. Το ίδιο έκανε και για την επιλογή τσάντας, καπέλου, ζώνης και κολιέ. Στα σκουλαρίκια μόνο κόμπιασε. Τελικά, έβγαλε ολόκληρη μια μπιζουτιέρα για να διαλέξει μόνη της η Κυρία.

Γύρισε να την αντικρίσει. Η Κυρία δεν ήταν εκεί, είχε επιστρέψει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της — ήταν αναγκασμένη να το κάνει μόνη της γιατί απαιτούσε φυσική επαφή. Η Τασία κρέμασε τακτικά στο καλόγερο τα ρούχα που είχε επιλέξει και στάθηκε στωικά να περιμένει την κρίση της Κυρίας.

"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.

Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια.

"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.

Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κουνηθώ.

Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε. Έρχεται.

Όχι πως έχει καμιά σημασία.

Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Φταίει η μπόχα απ' τα σώματα των άλλων, γύρω μου. Δεν μπορώ να την υποφέρω.

Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Σαν γλειφιτζούρι να τον γλύψω μου έρχεται ώρες-ώρες και ας μην μπορώ να τον υποφέρω. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".

Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κάνει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην — αυτή είναι η καλύτερη στιγμή της ημέρας!

Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Α, τον χαμένο! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!

Πετάω από πάνω μου σκουφί και λερωμένη στολή, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.

Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!

Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας όμως νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.

Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.

Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!

Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!

Μετά, αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.

Τσαφ! Σαν μαστίγιο σκάει ο ήχος μέσα στα Νιπτήρια.

Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ακούστηκε. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.

Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!

Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.

Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα βάλω τα κλάματα.

Άγγιγμα είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες. Την ώρα της νίψεως είναι πολύ εύκολο να την πατήσει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!

Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία ουκ έστι.

Σέρνομαι έξω απ' το λουτρό. Της κακομοίρας γίνεται, όλοι προσπαθούν να σωθούν. Οι αγάπες να πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω. Ο ατμός απ' τα λουτρά φταίει. Παντού, γύρω μου, είναι άλλα σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιον, θα την φάμε κι' οι δυο. Όμως τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς να βγω χωρίς να την φάω;

Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου. Ένα-δυο δευτερόλεπτα μόνο κρατάει, αλλά σου φαίνονται ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι, που έχουν στη ζώνη τους. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.

Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Έρπω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι μέσ' τα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή από την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.

"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.

Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.

Στρίβω.

Δεν βλέπω διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό, από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;

"Ίσια μπροστά, προς την σκιά", ακούω πάλι.

Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.

Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.

Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;

Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;

Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.

Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.

Η Κυρία τελείωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η επιδερμίδα της φαινόταν πλέον αλαβάστρινη όμως από κάτω η Κυρία είχε αφήσει ίσα-ίσα να διακρίνονται οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της μια πιο μοντέρνα, πιο ρεαλιστική όψη.

Η Τασία κοίταζε την Κυρία καθώς πλησίαζε.

Σκατούλα! Κουκλάρα θα ήταν, αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της. Ώρες-ώρες μού … Αλλά φαντάσου πώς θα νιώθει. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!

Τα χαρακτηριστικά της Κυρίας αμφιταλαντεύτηκαν.

Χα! Να η τούμπα. Ξεκίνησε. Καιρός ήταν!

Η Τασία γύρισε προς τον καλόγερο. Η Κυρία πλησίασε και έριξε μια γρήγορη ματιά. Κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της, διάλεξε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και το δοκίμασε στον καθρέφτη. Το ύφος της στιγμιαία άλλαξε. Ευχαριστημένη με την εικόνα, τα άφησε δίπλα στα υπόλοιπα αξέσοριζ. Μετά, σήκωσε τα χέρια ψηλά και γύρισε την πλάτη της για να βοηθήσει την Τασία στο έργο της.

Φτηνά την γλύτωσα. Να τα φάω θα με είχε βάλει τα ρούχα, έτσι και ήταν στα κανονικά της.

Με γρήγορες και ακριβείς κινήσεις η Τασία ξεκίνησε την ένδυσιν της Κυρίας. Τις ελάχιστες φορές που χρειάστηκε να αγγίξει το σώμα της πρόσεχε να μεσολαβούν τουλάχιστον δυο υφάσματα. Αν υπήρχε μόνο ένα, το δίπλωνε. Εκείνες τις στιγμές τα χέρια της Τασίας επιβράδυναν ανεπαίσθητα. Η Κυρία δεν έκανε την παραμικρή κίνηση.

Βγαίνοντας, η Κυρία θυμήθηκε — με αθώο, σχεδόν παιδικό, ύφος — να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της, πριν φύγουν. Η Τασία δεν είπε τίποτα, έτρεξε μόνο στην κουζίνα να βρει κάτι.

Όσο για την συσκευή του Κυρίου ακολουθούσε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν να είναι ονλάιν ο Κύριος.

Στο φαρμακείο

Άθλια ήταν έξω. Ζέστη, και υγρασία. Η Τασία άφησε τα αφεντικά της να προπορευτούν και τους ακολούθησε στα δύο βήματα.

Από τον τρόπο που περπατούσε, η Κυρία έμοιαζε να μην ήταν βέβαιη πού ακριβώς βρισκόταν. Όμως κάθε πρωί έκαναν στάση στο φαρμακείο — πριν την Παραβίωση δεν έπρεπε να καταλάβει η Κυρία περί αίματος, τώρα δεν υπήρχε πρόβλημα — οπότε λίγο μόνο να αναγνώριζε το περιβάλλον, θα θυμόταν και θα σταματούσε.

Η Κυρία έφτασε στην είσοδο του φαρμακείου. Αμφιταλαντεύτηκε, έριξε μια δεύτερη ματιά στην όψη του κτιρίου να βεβαιωθεί, και σταμάτησε. Όμως αμέσως, αναζήτησε στήριγμα στον κοντινότερο τοίχο. Η συσκευή του Κυρίου έσπευσε να παρκάρει δίπλα της. Η Τασία έλεγξε πως κανείς τους δεν ήταν κάτω απ' τον ήλιο και ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου. ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ

Το πολύ πέντε λεπτά θα αντέξουν. Κανόνισε την πορεία σου.

Το φαρμακείο ήταν το άδυτο των Παραμάνων. Εκεί, ήσαν μεταξύ τους, μπορούσαν να πουν και να κάνουν ό,τι ήθελαν. Τις σπάνιες φορές που έμπαινε, κατά λάθος, καμιά κυρία, έπεφτε αμέσως παγωμάρα. Αλλά, όλες τους, ήξεραν, και το απέφευγαν.

Η Τασία μέτρησε γρήγορα την κατάσταση. Τα γκισέ για το κοινό ήταν τρία. Μπροστά στο καθένα στεκόταν μια Παραμάνα και συνομιλούσε χαμηλόφωνα με την υπάλληλο από πίσω. Στη μέση του χώρου ήταν μια ομάδα οκτώ-δέκα Παραμάνων που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Λόγω ζέστης, κάθονταν με τα πόδια ανοιχτά και, για περισσότερη δροσιά, αερίζονταν και με βεντάλιες. Χασκογελούσαν μεταξύ τους φωναχτά αλλά, ταυτόχρονα, έριχναν και ζηλότυπες ματιές η μια στην άλλη — τα προστατευτικά τους τα είχαν αφήσει έξω, στον προθάλαμο, και τα σώματά τους διαγράφονταν καθαρά.

Τα πάχη μου τα κάλλη μου. Οι ξετσίπωτες! Σα δεν ντρέπονται.

Ακροπατώντας, η Τασία τις παρέκαμψε όλες και πήγε και στάθηκε μπροστά στο πρώτο αριστερά γκισέ.

"Τσάκα το ζουλάπι, τσάκα το!"

Σαν τρελή, τρέχω να γλυτώσω. Χώνομαι κάτω από κρεβάτια, ρίχνω πίσω μου ό,τι βλέπω μπροστά μου, όλα μπας και καθυστερήσω τους διώκτες μου και καταφέρω να ξεφύγω. Ένας Γέροντας κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο του Θαλάμου. Δεν γυρίζω, αλλά νιώθω έναν δισταγμό πίσω μου. Να η ευκαιρία. Τρέχω βολίδα προς τον Γέροντα. Αυτός με κοιτάει εμβρόντητος. Κρύβομαι πίσω του. Χα! Όλοι όσοι με κυνηγούσαν, κάνουν τώρα πως κοιτάνε αλλού. Ανοίγω μια πόρτα, μπαίνω, και την κλείνω πίσω μου. Στέκομαι μια στιγμή να πάρω ανάσα.

Η πελάτισσα, μπροστά της, τελείωσε και στράφηκε να φύγει. Τότε μόνο, οι Παραμάνες αντιλήφθηκαν την Τασία.

"Συντρόφισσα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Κάνεις πως δεν μας βλέπεις;"

Η Τασία δεν γύρισε. Συνέχισε να κοιτάει μπροστά, περιμένοντας την υπάλληλο να την εξυπηρετήσει.

"Χρυσή μου, άσ' την την καημένη. Δεν βλέπεις;", είπε μια άλλη.

Ούτε τώρα γύρισε η Τασία. Κάποιες απ' αυτές ήταν γειτόνισσες, μπορεί να είχε την ανάγκη τους κάποια στιγμή. Και, στο τέλος-τέλος, δεν είχαν άδικο.

Δεν είμαι χτεσινή, δεν χαλαρώνω. Ξέρω πως τώρα είναι που πρέπει να τρέξω, όσο ακόμη δεν με βλέπουν. Βγαίνω από μια πόρτα που βρίσκω ξεκλείδωτη, αντιστρέφω κατεύθυνση και ακολουθώ ζιγκ-ζαγκ πορεία που οδηγεί στις αποθήκες πίσω απ' την Τράπεζα. Δεν μπορούν να με ακολουθήσουν — ελπίζω. Όταν φτάνω, κρύβομαι πίσω από μια ανακύκλωση και περιμένω το Σήμαντρο.

Σαν άγριο ζώο ξεμυτίζω και ελέγχω γύρω μου. Ξέπνοη είμαι ακόμη, η καρδιά μου βροντοχτυπάει στο στήθος μου. Αλλά γουστάρω! Πάλι τους ξέφυγα. Καλά με φωνάζουν "Ζουλάπι". Μόνο που με φωνάζουν έτσι επειδή είμαι ασχημομούρα ενώ αυτές είναι, όλες τους, καλλονές με μεγάλα μαστάρια και μπούτια.

Στο μυαλό τους, πάχος, ίσον αίμα, ίσον καλή Παραμάνα. Δεν πάνε να λένε οι Γέροντες πως δεν είναι πεπρωμένο η σωματική ομορφιά, αυτές, το χαβά τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως όσο πιο μεγαλόσωμος είναι κανείς, τόσο περισσότερο πλάσμα παράγει. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Πως είναι δικό μας λάθος, όσων γεννιόμαστε διαφορετικοί; Πως δεν θα γίνουμε καλές Παραμάνες; Ανοησίες — και το ξέρουν! Αλλά δεν θα το παραδεχτούν ποτέ. Και ούτε και τις νοιάζει. Είναι άδικο. Τόσο άδικο!

Η υπάλληλος τελείωσε αυτό που έκανε και σήκωσε το κεφάλι.

"Καλημέρα σας. Η Αγγελική; Στην αποθήκη είναι σήμερα;"

"Τι θα θέλατε;"

"Να μιλήσω με την Αγγελική".

"Εννοώ, τι θέλετε να παραγγείλετε;"

"Μπορώ να μιλήσω με την Αγγελική, δυο λεπτά;"

"Πέστε μου εμένα".

"Άρρωστη είναι; Ή είναι πίσω;"

"Δεν βλέπετε πόσος κόσμος περιμένει; Πέστε μου, μεντς θέλετε;"

Η Τασία κατάλαβε και σταμάτησε. Πήρε μια αναπνοή. Μετά, με όσο πιο ψύχραιμο ύφος μπορούσε, ζήτησε τέσσερεις φιάλες αίμα.

Μόνο που δεν γέλασε η υπάλληλος. Λόγω πανδημίας, εξήγησε, μόνο μία μπορούσε να διαθέσει, ανά άτομο. Η Τασία δαγκώθηκε. Αν ήταν η Αγγελική, θα της έδινε τουλάχιστον δύο, παρά την πανδημία. Αλλά η Αγγελική, τώρα, είχε σοβαρότερα προβλήματα. Η Τασία πήρε την φιάλη, χρέωσε τον λογαριασμό της Κυρίας και απομακρύνθηκε.

Έφυγε τρέχοντας, με το κεφάλι κάτω. Στο ύψος των άλλων Παραμάνων φοβήθηκε μην της έκλειναν τον δρόμο. Χωρίς να υψώσει το βλέμμα, μουρμούρισε ένα σχεδόν ακατάληπτο "Η Κυρία μου… Δεν προλαβαίνω" και, επιταχύνοντας, πρόλαβε να φτάσει στην έξοδο.

Στον προθάλαμο αναγκαστικά, στάθηκε. Φύλαξε την φιάλη αίματος στην τσάντα της, προσεκτικά μην πάθει κάτι, και φόρεσε ξανά όλα της τα προφυλακτικά.

Κάτι δεν πάει καλά, για να μην μου λέει τίποτα αυτή η κατσίκα. Θες να την συνέλαβαν, την Αγγελική; Αλλά, από που κι' ως πού; Τι μπορεί να έκανε;

Ωραία. Αλλά εγώ, τώρα, με μια μόνο φιάλη, πώς θα τα βγάλω πέρα; Πρέπει να βρω κι' άλλο αίμα, οπωσδήποτε. Στο παζάρι. Ευτυχώς που υπάρχει το παζάρι.

Έξω, το κύμα ζέστης την έκανε να πισωπατήσει. Η Κυρία, ευτυχώς, ούτε βήμα δεν είχε κάνει. Όμως το σώμα της είχε αρχίσει να γέρνει. Κάτω απ' το γείσο του καπέλου, το βλέμμα της περιπλανιόταν άσκοπα, λες και είχε σπάσει απ' την βάση του. Δίπλα της, η συσκευή του Κυρίου είχε γυρίσει σε σταντ-μπάι.

Λίγο ακόμη και θα έπεφτε ξερή. Στο βάθος της τούμπας τίποτα δεν καταλαβαίνει . Κι' αυτός ο Κύριος! Δεν μπορούσε να της ρίχνει μια ματιά πότε-πότε;

"Κυρία;"

Η Κυρία ζορίστηκε να περιμαζέψει την προσοχή της. Όταν κατάφερε να εστιάσει το βλέμμα της, δοκίμασε να πει κάτι. Αλλά άλλαξε γνώμη. Έριξε μόνο μια ματιά προς την συσκευή του Κυρίου, μετά έκανε μεταβολή, και ξεκίνησε προς την πλατεία.

Καθ' οδόν

Από το φαρμακείο μέχρι την πλατεία ήταν δέκα λεπτά δρόμος. Η συσκευή του Κυρίου δυσκολευόταν με το οδόστρωμα που ήταν γεμάτο λακκούβες αλλά κούτσα-κούτσα τα κατάφερνε. Η Κυρία, βυθισμένη στην τρίπα της, περπατούσε σαν ζόμπι. Όσο για την Τασία βάδιζε με το βλέμμα προς τα αριστερά, για να αποφύγει την θέα του βουνού.

Κάνουμε βήμα στο προαύλιο. Κάθε πρωί κάνουμε, πριν πάμε στην Τράπεζα για το πρόγευμα. Οι νεαροί Φύλακες μας βάζουν, για να εξασκούνται — αυτοί, όχι εμείς. Εμάς, τι θα μας χρειαστεί το βήμα, όταν θα υπηρετούμε κάτω στα Λαϊκά; Πάλι καλά που τραγουδάμε, όσο βηματίζουμε. Τα τραγούδια που λέμε, μού αρέσουν — σε όλους μας αρέσουν. Μιλάνε για τις κόκκινες σταγόνες (το σήμα των Παραμάνων), για τους ανθρώπους στις πόλεις που μας έχουν τόσο ανάγκη, για την Αρχιεπισκοπή που τα δίνει όλα για μας και πολλά άλλα. Τα περισσότερα τραγούδια είναι εύθυμα αλλά υπάρχουν και μερικά λυπητερά — κι' αυτά καλά είναι, ώρες-ώρες.

Πάνω απ' τα κεφάλια μας υψώνονται τα κτίρια της Μονής — της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής του Παντοκράτορα Ταώ Πεντέλης, όπως είναι το πλήρες όνομά της. Κάπως μου φαίνονται, όταν τα κοιτάω, αλλά δεν ξέρω πώς ακριβώς. Οι Γέροντες λένε πως κάποιοι από τους τοίχους αυτούς στέκουν επί εκατοντάδες χρόνια. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Έχει καμία σχέση η Μονή με αυτό που ήταν παλιότερα;

Η 25ης Μαρτίου δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση. Στην πλατεία υψώνονταν η Αγία Φωτεινή, η Αγία Αρετή και η Αγία Ελπίδα, οι τρεις Κυβερνητικές μικρο-πολιτείες. Εκεί είχε συγκεντρωθεί ο περισσότερος κόσμος. Σε ιδιωτικές κατοικίες — όπως της Κυρίας — λίγοι παρέμεναν. Τα υπόλοιπα κτίρια της περιοχής, είχαν αφεθεί στην τύχη τους. Πάντως, από μακριά, το μόνο που διατάρασσε το τοπίο ήταν η ερημωμένη Αττική Οδός.

Αν ήμουν κυρία θα έπαιρνα κι' εγώ μεντς. Να μην βλέπω, να μην ακούω, να είμαι αλλού. Να κάνω ό,τι μου κατεβαίνει. Κάτι φρικτό, σίγουρα. Θα διάλεγα το χειρότερο που μπορώ να διανοηθώ. Μωρά, ας πούμε. Να τα κυνηγάω, να τα πιάνω και να τα τρώω. Και μάλιστα, δημόσια, ανάμεσα σε κόσμο. Να με κοιτάνε, να λένε "πω πω", και να γυρνάνε απ' την άλλη, με φρίκη. Γιατί τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; Δικά μου θα ήταν τα μεντς, ό,τι ήθελα εγώ θα γινόταν. Θα μου πεις 'Δεν είναι αλήθεια'. Και τι με νοιάζει; Αφού θα το ζούσα. Γιατί να μην ζω όπως θέλω; Δυστυχώς όμως, εμείς οι Παραμάνες δεν γίνεται να πάρουμε. Ρίχνουν τραγικά την πίεση. Μεντς και Παραμάνες, μαζί δεν πάνε.

Η Κυρία έγνεψε στην Τασία να περάσει μπροστά. Οι ζητιάνοι — ορφανές Παραμάνες, κυρίως — είχαν αρχίσει να γίνονται πιεστικοί και η Κυρία, στην θολούρα της, δυσκολευόταν να τους παραμερίσει.

Η Τασία υπάκουσε. Μόλις κανείς προσπαθούσε να της απευθύνει τον λόγο, σήκωνε τα χέρια ψηλά, έκλεινε επιδεικτικά τα αυτιά της και προσπερνούσε. Κατά πρόσωπο, κανέναν δεν κοιτούσε. Άλλωστε, ήξερε πολύ καλά τι ήθελαν. Να της πουλήσουν αίμα ήθελαν, φτηνό αίμα. Μολυσμένο σίγουρα. Ένας θεός ήξερε πού το είχαν βρει.

Πριν την πλατεία

Γωνία 25ης με Γράμμου η Τασία έκοψε λίγο ρυθμό και έριξε μια ματιά πίσω της. Η Κυρία ακολουθούσε, ο Κύριος δυσκολευόταν. Μια πέτρα είχε μαγκώσει σε ένα απ' τα ροδάκια του και το εμπόδιζε να γυρίσει. Η Τασία έψαξε να βρει κάτι να την βγάλει. Αλλά η επιφάνεια του δρόμου ήταν γυμνή — ανώμαλη αλλά γυμνή. Δοκίμασε με το πόδι της αλλά τα έκανε χειρότερα. Έριξε μια ένοχη ματιά προς την οθόνη της συσκευής και άρχισε να ανεβαίνει την Γράμμου. Οι κρεμαστοί όροφοι της Αγίας Αρετής, κρέμονταν ήδη πάνω απ' το κεφάλι τους.

Μετά το βήμα, καταλήγουμε στην Τράπεζα. Την μυρωδιά του ξινού εμετού θυμάμαι, ανακατεμένη με απολυμαντικό, και τους Επιτηρητές που μας χτυπούν με τα ραβδιά τους, όταν υπάρχει κίνδυνος αγγίγματος — αλλά και χωρίς τον παραμικρό λόγο, έτσι, για να περνάει η ώρα.

Να φάω, εδώ μέσα, είναι αδύνατον. Μπουκιά δεν μου κατεβαίνει. Όμως ο έλεγχος όταν παραδίνουμε τους δίσκους είναι πολύ αυστηρός. Γι' αυτό έχω στην τσέπη μου μια σακούλα και όταν δεν κοιτάνε οι Επιτηρητές αδειάζω εκεί μέσα κουταλιά-κουταλιά όσο πιο πολύ φαγητό μπορώ. Όταν βγαίνουμε έξω, την πετάω στην ανακύκλωση.

Στο παζάρι

Ο κόσμος τώρα είχε πυκνώσει. Λόγω μεντς, οι ένοικοι των Αγίων σπάνια έβγαιναν απ' το διαμέρισμά τους. Όσοι πάντως το αποφάσιζαν, θεωρούσαν φυσικό να περάσουν από το παζάρι που στηνόταν καθημερινά στην πλατεία, ανάμεσα στις τρεις Αγίες.

Προς τα εκεί κατευθύνθηκε η Τασία. Μόλις έφτασε, άφησε την Κυρία να περάσει μπροστά. Εδώ, δεν είχε τόσους ζητιάνους. Η ίδια έμεινε πίσω για να προστατεύσει τον Κύριο, αν τυχόν τον στρίμωχνε κανείς.

Μπαίνοντας στην τάξη, αριστερά είναι ο πίνακας µε το έδρανο του Γέροντα και δεξιά τα θρανία μας. Από πάνω είναι κρεμασμένα τα πορτρέτα του Πεφωτισμένου και των ηρώων της Παλιγγενεσίας: ο Άη-Θησέας µε τον σταυρό και το ξίφος, η Οσία Αθηνά µε την κουκουβάγια και ο Αρχιεπίσκοπος Κολοκοτρώνης στο μαύρο του άλογο.

Η ύλη που διδασκόμαστε είναι: Πατριδογνωσία, Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού, Γεωγραφία (τα βασικά μόνο) και βέβαια, Βιοχημεία, Φυσική και Μαθηματικά. Αηδίες, όλα.

Μπανιστήρι

Στο παζάρι συναντιούνταν κυρίες, κύριοι, Παραμάνες, έμποροι, προμηθευτές, ζητιάνοι, κρυφοί ή φανεροί υπάλληλοι της Αρχιεπισκοπής και Φύλακες. Μαζεύονταν όλοι εκεί να χαζέψουν, να παζαρέψουν, και να επιβλέψουν ο ένας τον άλλο. Ο χώρος, αν και ανοικτός, ήταν σκιερός και κλιματιζόμενος, και αυτό βοηθούσε πολύ.

Άνοιξε τα στραβά σου! Δεν είναι φαρμακείο εδώ. Και η Κυρία δεν σου φταίει, να την ποτίσεις ό,τι να' ναι. Θέλουμε κάτι α-ξι-ο-πρε-πές! Καλό και σε λογική τιμή. Τουλάχιστον δύο φιάλες. Και να μην σε δει η Κυρία. Εκτός κι' αν θες να κάτσεις να της εξηγείς περί Αγγελικής.

Η Τασία επιβράδυνε το βήμα της. Έψαχνε τους πάγκους για τίποτα προσφορές αλλά, ταυτόχρονα, ήθελε να επιτηρεί και τις κινήσεις της Κυρίας. Υπολόγιζε πως όπου να' ταν θα άρχιζε να μαλακώνει η επίδραση από την τούμπα.

Πράγματι, η Κυρία είχε πια μπει σε αυτό το γλυκό μεσοδιάστημα, όπου ούτε αγωνία λόγω αίματος νιώθει κανείς, ούτε άγχος απ' την έλλειψη μεντς.

Η Τασία την παρακολούθησε να διασχίζει το πλήθος αργά, να χαζεύει καταδεκτικά τις αραδιασμένες πραμάτειες, αλλά — κυρίως — να ανταλλάσει σχόλια και φιλοφρονήσεις με άλλες κυρίες, γνωστές της και μη. Λόγω του παρουσιαστικού της, πολλοί ήταν αυτοί που είτε γύριζαν να κοιτάξουν είτε λοξοδρομούσαν για να ανταλλάξουν μια κουβέντα με την ξεχωριστή αυτή κυρία.

Δεν με ξεγελάς εμένα παλιοκατσίκα. Ξέρω πολύ καλά τι κάνεις!

Κόντευαν να φτάσουν στη μέση του παζαριού. Η Τασία είχε σταματήσει να δοκιμάσει δυο-τρεις φορές αλλά αγορά δεν είχε καταφέρει να κάνει. Το χρώμα, η μυρωδιά, η τιμή — όλο κάτι της έφταιγε και την τελευταία στιγμή δεν αποφάσιζε.

Από μακριά, η Τασία πιο πολύ ένιωσε παρά είδε μια διαταραχή στην ροή του κόσμου. Σε λίγο, άλλη μια κομψευόμενη κυρία έκανε την εμφάνισή της. Φορούσε πλατύ δερμάτινο καπέλο και φουστάνι καφέ με ασύμμετρο κόψιμο.

Ορίστε! Τι είπα; Να τα μας! Το σημερινό μας θύμα. Θα της την πέσει, ό,τι στοίχημα θέλεις. Θα την μπανίσει να την βάλει στην τρίπα της. Κάτσε να δούμε.

Η Τασία μετακινήθηκε ώστε να μπορεί να δει το προφίλ της Κυρίας. Από την κατεύθυνση του βλέμματος και τον ρυθμό του βαδίσματος η Τασία επιβεβαίωσε πως η Κυρία είχε εντοπίσει την άλλη κυρία και είχε βάλει πλώρη καταπάνω της. Όμως το έκανε πολύ διακριτικά ώστε να φανεί τυχαίο όταν θα διασταυρώνονταν. Και, ταυτόχρονα, έστριψε και λίγο το σώμα της ώστε να γυρίσει, δήθεν ξαφνιασμένη, την κατάλληλη στιγμή.

Ωραία. Θα μπορώ να κινηθώ πολύ πιο άνετα τώρα. Κοίτα την όμως πώς κάνει. Άρχισε άραγε να την μπανίζει ή ακόμη; Και η άλλη το ίδιο, μάλλον, κάνει — καμία συζήτηση. Ίδια κουμάσια είναι, και οι δύο. Απίστευτη όμως, η Κυρία. Όλο καινούργιες θέλει. Και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να δω τι τις κάνει. Σεξουαλικό, αποκλείεται — είναι πολύ απλό για αυτήν. Πάντως, τις βαριέται γρήγορα. Κάτι πρέπει να σημαίνει αυτό. Τι άραγε;

Μωρέ δεν παει να βγάλει τα μάτια της! Τι σε νοιάζει εσένα; Εσύ, αίμα κοίτα να βρεις. Για τα υπόλοιπα, σκασίλα σου.

Μα, ψάχνω. Μη μου πεις όμως πως δεν θα' θελες να ρίξεις μια ματιά στην τρίπα της!

"Τρίπα, τρίπα"! Το επαναλαμβάνεις λες και ξέρεις για τι πράγμα μιλάς! Εσύ είσαι Παραμάνα και αυτή κυρία. Ποτέ δεν πρόκειται να …

Αει, παράτα μας. Σκάσε!

Οι δυο κυρίες έφτασαν η μια στο ύψος της άλλης και σταμάτησαν να χαιρετηθούν — η Κυρία εκτέλεσε την θεατρική της κίνηση, όπως ακριβώς την είχε σχεδιάσει. Στην συνέχεια, ρίχτηκαν σε μια ενθουσιώδη συζήτηση για τον καιρό ενώ γυρόφερναν η μια την άλλη με μικρά-μικρά βηματάκια. Σαν θωρηκτά που ανταλλάσσουν κανονιοβολισμούς έκαναν. Η Τασία στάθηκε να απολαύσει το θέαμα. Και δεν ήταν η μόνη, παρατήρησε.

"Γέροντα, δεν γίνεται να φορέσω αυτό το πράγμα".

"Έλα τώρα, μεγάλο κορίτσι, είσαι. Και μόλις παίξει, θα τα ξεχάσεις όλα. Στο υπογράφω".

Είμαι στο κελί του Γέροντα Νεκτάριου. Κρατάει μια κάσκα γεμάτη εξογκώματα σαν μικρές κεραίες. Να την βάλω στο κεφάλι μου θέλει. Δεν τρελάθηκα! Δεν με νοιάζουν τα υπόλοιπα, αυτά μπροστά στο πρόσωπο είναι το πρόβλημα. Κι' αν χαλάσουν και μου χωθούν στα μάτια;

"Σου επαναλαμβάνω. Τίποτα δεν κινείται. Αυτά που βλέπεις εκπέμπουν …"

Δεν τον ακούω. Παρατηρώ την μάσκα — με απόλυτη φρίκη. Αλλά ξέρω πως, στο τέλος, θα κάνω όπως μου λέει. Θα την φορέσω. Πιο πολύ φοβόμουν να μπω στο κελί του. Αλλά να, που μπήκα. Γιατί φοβόμουν; Ιδέα δεν έχω. Πάντως ποιο ακατάστατο κελί δεν έχω δει στη ζωή μου. Όλα φύρδην-μίγδην είναι. Όχι πως έχω μπει ποτέ σε άλλο κελί. Τέλος πάντων.

Πολύ διστακτικά, παίρνω την κάσκα και την προσαρμόζω στο πρόσωπό μου. Προσπαθώ να βάλω απόσταση ανάμεσα σ' αυτή και τα βλέφαρά μου, πράγμα αδύνατο αφού είναι κολλητά. Έτοιμη είμαι να του την πετάξω στην μούρη και να το βάλω στα πόδια. Αλλά αφού έφτασα ως εδώ πρέπει να δω τι είναι αυτή η περίφημη κατάδυση που μας είπε στην τάξη.

Του κάνω νεύμα πως είμαι έτοιμη.

Ο Γέροντας κουνάει το κεφάλι του και ισιώνει κάτι καλώδια που είχαν μπερδευτεί.

"Έτοιμη;"

Μα, αυτό δεν είπα; Του ξανακάνω σήμα. Δεν προσπαθώ να μιλήσω. Φοβάμαι πως η κάσκα δεν θα με αφήσει και θα με πιάσει κλειστοφοβία.

"Πάρε αναπνοή. Και, σφίξε τον σβέρκο σου", ακούω.

Τον σβέρκο μου; Γιατί να σφίξω τον …

Ό,τι και να πω δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψω την συνέχεια.

Σαν να άνοιξε μια πόρτα και να με πέταξαν στο διάστημα, νιώθω. Χωρίς στολή, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς τίποτα. Και να πέφτω. Να πέφτω με διαβολική ταχύτητα. Δεν ξέρω πού, δεν βλέπω τίποτα, μόνο πως πέφτω καταλαβαίνω.

Κλείνω τα μάτια. Και αρχίζω να ουρλιάζω με όλη μου την δύναμη.

Ο Γέροντας κλείνει την συσκευή.

Αμέσως, σταματάνε όλα. Ανοίγω τα μάτια μου.

"Τι ήταν αυτό; Πού ήμουν; Τι μου κάνατε;", ψελλίζω με δυσκολία.

Γονατίζει να έρθει στο ύψος μου. "Άκουσέ με. Κατά την κατάδυση, ούτε μετακινείσαι, ούτε παθαίνεις τίποτα. Αυτό που νιώθεις είναι η κατάδυση μέσα στην ύλη. Μικραίνεις και καταδύεσαι, αυτό είναι όλο. Αλλά, απλή εντύπωση είναι. Η προσοχή σου μόνο μετακινείται. Τίποτα άλλο".

Στέκεται ξανά όρθιος. Με κοιτάζει. "Θα ξαναδοκιμάσεις;"

"Ούτε γι' αστείο", μου ξεφεύγει.

Τρομερή αγένεια. Αλλά δεν με νοιάζει. Τίποτα δεν με ένοιαζε στην κατάσταση που είμαι. Σηκώνομαι κακήν-κακώς, και βγαίνω απ' το κελί τρέχοντας.

"Τασία!"

Η Κυρία ένευσε στην Τασία να πλησιάσει. Η Τασία υπάκουσε, προσέχοντας μην τυχόν και υψώσει το βλέμμα προς την άλλη κυρία. Η Κυρία της έδωσε μια παραγγελία — καφέδες ήθελαν — και γύρισε ξανά απ' την άλλη.

Παλιοθήλυκο! Αλλά, περίμενε. Αύριο θα κατουρήσω τα μεντς σου να δούμε, θα σ' αρέσει;

Στάθηκε στην ουρά να δώσει την παραγγελία.

Κλείνω τα μάτια, τεντώνω τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι μου και πηδάω προς τα πίσω — στο μυαλό μου. Αυτός είναι ο κλασσικός τρόπος έναρξης μιας κατάδυσης.

Οι πρώτες στιγμές είναι το χάος. Όμως, ξέρω. Εστιάζω στην αναπνοή μου και περιμένω. Δεν κρατάει πολύ.

Μία αναπνοή. Δύο. Δοκιμάζω να ανοίξω λίγο τα μάτια. Αν πάλι δεν βλέπω, τα κλείνω, και περιμένω άλλη μια αναπνοή. Και ξανά. Ώσπου κάποια στιγμή η εικόνα σταθεροποιείται, σβήνει το πανδαιμόνιο μέσ' το κεφάλι.

Τότε είναι που τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πραγματικά επικίνδυνα.

Μπορώ να δω. Και ταυτόχρονα βουλιάζω με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα. Δεν χρειάζεται προσπάθεια πια, από μόνη της η βαρύτητα κάνει όλη την δουλειά. Κατεβαίνω στην απόλυτη σιωπή. Σαν μαχαίρι στο πλευρό.

Ποιος είναι ο κίνδυνος; Η ασφυξία. Μην σκάσω πριν το καταλάβω. Την εξήγηση είναι καλύτερα να την ακούσεις αφού πρώτα κοντέψεις να σκάσεις ώστε να αποφύγεις την φάση της δυσπιστίας που, διαφορετικά, είναι αναπόφευκτη. Αυτό που συμβαίνει είναι πως την ώρα της κατάδυσης η προσοχή κατακλύζεται από τέτοιο όγκο πληροφοριών που ακυρώνεται το αντανακλαστικό της αναπνοής. Ο δύτης νιώθει πως έχει ανάγκη να αναπνεύσει αλλά δεν βρίσκει πια πώς να το κάνει — και πνίγεται εκεί που κάθεται.

Ακούγεται περίεργο, το ξέρω.

Στην αρχή, δεν παλεύεται το αίσθημα της ασφυξίας. Μόνη λύση είναι να έχει μαζί του κάποιον ο δύτης. Κάποιον που να ξέρει ώστε στην δύσκολη στιγμή να μπει και να τον σώσει. Πώς; Με μια γερή σφαλιάρα, αλλιώς δεν ξεκολλάει η προσοχή.

Αργότερα, με την εμπειρία, ο δύτης μαθαίνει να το κάνει μόνος του. Συγκεκριμένα μαθαίνει να 'διασκεδάζει' — δηλαδή να σκορπίζει — την προσοχή του σε ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και να την κρατάει εκεί διάχυτη. Με αυτόν τον τρόπο περισσεύει όση προσοχή χρειάζεται για να μπορεί να αναπνέει.

Με την κάσκα βέβαια, όλα αυτά γίνονται πολύ πιο εύκολα, από μόνα τους σχεδόν. Αλλά από την πρώτη στιγμή ο Γέροντας Νεκτάριος μου τόνισε πως η κάσκα είναι απλό βοήθημα. Δεν πρέπει να την συνηθίσω γιατί η πραγματική κατάδυση γίνεται γυμνή, χωρίς όργανα. Σωστή στάση, σταθερή αναπνοή και διασκέδαση της προσοχής, αυτά μόνο χρειάζεται κανείς.

Περιττό να πω πως προσπαθώ να κάνω όπως ακριβώς λέει ο Γέροντας. Όμως δεν μπορώ να μην σκέφτομαι πως αν κρίνουμε και από την αντίδραση της υπόλοιπης τάξης, ελάχιστοι μέσα στην Μονή ενδιαφέρονται για τέτοια πράγματα. Άρα, πόση εμπειρία μπορεί να έχει ο Γέροντας Νεκτάριος; Ελπίζω να ξέρει τι κάνει, διαφορετικά ο θεός να βάλει το χέρι του.

Η Τασία σέρβιρε στις δυο κυρίες τους καφέδες και στάθηκε διακριτικά στην άκρη. Περίμενε ένα-δυο λεπτά, μετά γλίστρησε αθόρυβα στο πλάι και απομακρύνθηκε. Η ώρα περνούσε, το παζάρι τελείωνε και αίμα ακόμη να αγοράσει.

Την στιγμή που η Κυρία γύρισε να την ψάξει η Τασία ευτυχώς, κοίταζε προς το μέρος της. Έσπευσε να καλύψει την απόσταση.

Η Κυρία της έδωσε τον καφέ της να κρατάει. Απ' την άλλη κυρία ήταν φανερό πως είχε πάρει αυτό που ήθελε και είχε πια χάσει κάθε ενδιαφέρον για αυτήν. Αλλά και η άλλη σε παρόμοια διάθεση πρέπει να βρισκόταν. Μετά από λίγο αποχώρησε αθόρυβα.

Η Κυρία έβγαλε να πιει άλλη μια γουλιά μεντς. Έψαξε κάπου να κάτσει. Η Τασία εντόπισε μια καρέκλα ελεύθερη, πήγε την Κυρία μέχρι εκεί και την πάρκαρε μαζί με τον καφέ της. Ευτυχώς, στο σημείο εκείνο ο κλιματισμός λειτουργούσε φουλ, γιατί αλλού δεν ήταν και τόσο καλά.

Τώρα που η Κυρία δεν είχε απασχόληση το βλέμμα της δεν άφηνε την Τασία σε ησυχία. Άλλοτε φαινόταν υγρό λες και η Κυρία μόλις που συγκρατούσε τα δάκρυά της, άλλοτε σκληρό και αλαζονικό και άλλοτε καλοσυνάτο, τρυφερό σχεδόν. Σαν μικρά ηλεκτροσόκ η Τασία εισέπραττε τις αλλαγές αυτές. Την εξαντλούσαν, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Για να βρει κάτι άλλο να κάνει, αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Κύριο και την χαλασμένη του ρόδα.

Έσκυψε και εξέτασε την κατάσταση. Η πέτρα ήταν βαθιά σφηνωμένη, η κλωτσιά που της είχε δώσει προηγουμένως δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα. Κοίταξε γύρω. Πάραδιπλα ήταν ένας πάγκος με παλιά, χαλασμένα εξαρτήματα. Η Τασία αναρωτήθηκε αν είχαν και εργαλεία. Πλησίασε, ρώτησε, και ο ιδιοκτήτης του πάγκου, ένα άτομο λιγόλογο και μεγάλης ηλικίας, της πρότεινε ένα κατσαβίδι. Η Τασία θα προτιμούσε να μην το αγοράσει αλλά η τιμή ήταν ασήμαντη, η Κυρία δεν θα έλεγε τίποτα.

Το πήρε και πολύ αποφασιστικά πλησίασε τον Κύριο. Έπεσε στα τέσσερα για να δει τι ακριβώς γινόταν γύρω από τον άξονα της ρόδας. Είπε της συσκευής να μην κουνηθεί και μετά έβαλε κόντρα και, κοπανώντας επανειλημμένα, κατάφερε και ξεσφήνωσε την πέτρα. Έκανε πίσω και κοίταξε ερωτηματικά την συσκευή. Αυτή μετακινήθηκε διερευνητικά πάνω-κάτω. Εντάξει, πολύ καλύτερα τώρα. Αλλά όταν θα επέστρεφαν σπίτι η Τασία έπρεπε να παραγγείλει μια ανταλλακτική ρόδα.

Στάθηκε όρθια. Η Κυρία είχε κλείσει τώρα τα μάτια της.

Ξεκίνησε η νέα τούμπα, πιο γρήγορα τώρα. Άραγε είδα που επιδιόρθωσα τον Κύριο;

Τι σημασία έχει; Βραβείο περιμένεις να σου δώσει; Μην χαλαρώνεις! Ακόμη να βρεις αίμα. Τώρα που λαγοκοιμάται είναι ευκαιρία.

Πλησίασε τον πάγκο απ' όπου είχε πάρει το κατσαβίδι. Το επέστρεψε χωρίς να ζητήσει πίσω τα χρήματά της. Έκανε να απομακρυνθεί. Ξαναγύρισε και ρώτησε τον γέροντα αν ήξερε κανέναν καλό πάγκο για αίμα. Αυτός, χωρίς να μιλήσει, σήκωσε ένα σκέπασμα και της έδειξε τέσσερεις φιάλες μέσα σε ένα δοχείο.

Η Τασία ρώτησε γιατί της έκρυβε. Ο γέρος της εξήγησε πως δεν είχε άδεια και πως της είχε για προσωπική χρήση. Η Τασία πλησίασε και τις εξέτασε προσεκτικά. Το δοχείο ήταν καλό και οι φιάλες σε καλή κατάσταση. Τα πώματα έδειχναν άθικτα, οι ετικέτες αυθεντικές. Αρχιεπισκοπικές πρέπει να ήσαν. Κλεμμένες σίγουρα.

Δειγμάτισε. Μια ιδέα στυφό, ίσως. Αλλά γενικά, καλό, πολύ καλό.

Ρώτησε την τιμή. Ο γέρος είπε πως μόνο μισή φιάλη μπορούσε να της δώσει — στην τιμή της ολόκληρης! Επέμεινε πως δεν τις είχε για πούλημα. Μόνο επειδή είχαν γνωριστεί, είπε, το έκανε.

Η Τασία σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε κατάματα. Μετά, χαμήλωσε πάλι το βλέμμα. Έβγαλε τα χρήματα και πλήρωσε. Ο γέρος έκανε στα γρήγορα την μετάγγιση και της έδωσε την μισή της φιάλη. Οι κινήσεις του ήταν ακριβείς, ούτε Παραμάνα να ήταν.

Η Τασία την έκρυψε κι' αυτήν στην τσάντα της και επέστρεψε βιαστικά κοντά στην Κυρία.

Μιάμιση φιάλη. Στα μισά είμαστε.

Ακόμη κλειστά έχει τα μάτια. Και τι δεν θα' δινα να μπορούσα να δω τι της κάνει. Δεν την σκοτώνει, μάλλον. Ίσως να μην της κάνει καν ζημιά, όχι φανερή τουλάχιστον. Και το χωρίζει σε επεισόδια, που τα ζει το ένα μετά το άλλο. Η μισή πλάκα πρέπει να είναι στο ρυθμό των επεισοδίων, στο αίσθημα που αποπνέουν. Κάποιος που…

Σωστή κυρία μας έγινες! Δεν μας παρατάς; Την τύφλα σου δεν ξέρεις.

Κλείνω τα μάτια, τεντώνω τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι και πέφτω πίσω. Εστιάζω στην αναπνοή και περιμένω. Έχω αρκετή εμπειρία πια, δεν την φοβάμαι την ασφυξία — φορώντας κάσκα βέβαια πάντα, χωρίς αυτήν δεν τολμώ, όχι ακόμη. Πρώτη αναπνοή. Νιώθω στο λαρύγγι μου, κάτω, χαμηλά, το ξεκίνημα της ασφυξίας. Καταπίνω ξανά και ξανά. Σπρώχνω την προσοχή μου αλλού, να ηρεμήσει, να με αφήσει να συνεχίσω. Δοκιμάζω να ανοίξω λίγο τα μάτια. Φρίκη! Αλλά, ψυχραιμία! Τα κλείνω και περιμένω. Δεύτερη αναπνοή. Με κόπο αλλά την καταφέρνω. Τρίτη. Ξαναδοκιμάζω να ανοίξω τα μάτια. Καλύτερα. Αλλά όχι τελείως. Άλλη μία. Ανοίγω τελείως τώρα τα μάτια. Αυτό ήταν!

Τρελοί πρέπει να είναι. Πού τρέχουν έτσι; Με έχουν σηκώσει στα χέρια και πάνε. Με γραπώνουν από παντού — πονάω! Παλεύω να πατήσω κάτω τα πόδια μου. Μα δεν μπορώ. Ίσως να μην έχουν καταλάβει πως με κουβαλάνε. Τρέχουν, τρέχουν. Σαν μανιακοί.

Πίσω μου βλέπω τοίχους. Καμιά δεκαριά μέτρα ύψος. Δεν ξέρω από τι είναι φτιαγμένοι. Σαν δερμάτινες κουρτίνες μοιάζουν. Όμως η επιφάνειά τους βρίσκεται σε διαρκή αναβρασμό. Εξογκώματα εμφανίζονται και χάνονται. Χοάνες ανοίγουν μέσα από τις οποίες χύνονται υλικά. Ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός. Αλλά μπορεί να είναι μην θόρυβος. Πίεση μάλλον είναι. Πίεση που έρχεται από παντού. Πού βρίσκομαι;

Το πλήθος εξακολουθεί να με παρασέρνει. Παλεύω να σηκώσω κεφάλι, να κοιτάξω γύρω. Με περιτριγυρίζει ζούγκλα όμως δεν είναι φυτά αυτά. Δοκάρια και καλώδια, βράχοι, τοίχοι, πέτρες, καταπακτές και διάδρομοι που ανοιγοκλείνουν. Ανάμεσά τους ρευστές σφαίρες που ενώνονται και χωρίζονται συνεχώς — όλα έρχονται και φεύγουν από και προς κάθε κατεύθυνση. Δεν κινούνται απλώς, τρέμουν ακατάπαυστα σαν κόκκοι σκόνης πάνω σε τύμπανο που χτυπάει υστερικά.

Ανατριχιάζω. Συνειδητοποιώ πως εδώ και ώρα βρίσκομαι μπροστά σε κάτι με διαστάσεις ασύλληπτες. Πρέπει να είναι χιλιόμετρα ολόκληρα μακρύ γι' αυτό και δυσκολεύτηκα να το ξεχωρίσω. Το εξωτερικό του μοιάζει παχύρρευστο σαν λάδι. Στο εσωτερικό διακρίνω ατέλειωτες σειρές κατασκευασμάτων που μοιάζουν με μηχανές. Κάθε μια διαθέτει κάτι σαν τουρμπίνα που γυρίζει συνεχώς σαν ανεμόμυλος. Δεν βλέπω τι τις κάνει να γυρίζουν. Όλο μαζί είναι ένα τιτάνιο σκουλήκι που συσπάται και κουλουριάζεται ενώ σφύζει. Δέος μου προκαλεί η θέα του. Σεβασμό, τρόμο. Ούτε καν ασήμαντη δεν νιώθω μπροστά του. Είναι φανερό πως κάτι κάνει, κάποιο προορισμό πρέπει να έχει. Είμαι όμως πολύ μικρή για να προσπαθήσω έστω να καταλάβω.

Το ρεύμα τώρα με οδηγεί προς έναν τεράστιο καμπύλο τοίχο. Η επιφάνειά του είναι γεμάτη μεγάλες στροβιλιζόμενες πύλες. Μέσα τους βλέπω πως η κυκλοφορία περνάει και προς τις δυο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Εκεί κατευθυνόμαστε. Χαίρομαι, θα δούμε όπου να' ναι το εσωτερικό. Όμως, καθώς πλησιάζουμε, το ρεύμα αλλάζει πορεία. Απομακρυνόμαστε τώρα. Α, μα δεν θέλω! Πρέπει να στρίψω. Βάζω όλα μου τα δυνατά. Ψάχνω από κάπου να πιαστώ, να βάλω κόντρα, να σπρώξω. Τίποτα, όλα μάταια. Δεν έχω τρόπο. Τσουλάω, όλο τσουλάω. Ώσπου να εντοπίσω κάτι σταθερό για να στηριχτώ, αυτό έχει ήδη φύγει παρακάτω και κάτι άλλο έχει πάρει την θέση του. Άγομαι και φέρομαι απλώς, σαν φύλλο πεταμένο σε χείμαρρο. Και όλα γύρω μου να τρεμουλιάζουν. Κινούμαι με ταχύτητα αλλά ανά πάσα στιγμή μπορεί να αλλάξω κατεύθυνση. Τίποτα δεν υπακούει σε κανόνες εδώ πέρα.

Η απογοήτευση που δεν θα περάσω από εκείνες τις πύλες είναι η τελευταία μου ανάμνηση. Νιώθω πάλι τον κόμπο στο λαιμό.

Ανοίγω τα μάτια. Συνέρχομαι. Ο Γέροντας πρέπει να έβαλε το χέρι του πάλι. Καμιά πάντως σχέση με παλιότερα. Πολύ καλύτερα τώρα. Βγάζω την κάσκα. Ο Γέροντας στέκεται δίπλα μου, στο ένα μέτρο. Με κοιτάει με περιέργεια.

"Γέροντα, τι ήταν αυτό; Τι είδα;". Συγκλονισμένη είμαι. Και εντελώς, μα εντελώς, αποκαμωμένη. Ούτε να μιλήσω δεν μπορώ. Του περιγράφω τι είδα.

"Α, κύτταρο είδες", μου απαντάει ουδέτερα. "Πολύ συνηθισμένη κατάδυση. Ριβοσώματα συνάντησες καθόλου; Είναι κάτι πράγματα σαν μύδια που… Ξέρεις τι είναι τα μύδια;"

Γνέφω αρνητικά.

"Τέλος πάντων", συνεχίζει ο Γέροντας. "Πάντως, εμένα, δεν μου αρέσει και τόσο η οργανική ύλη. Βρίσκω πως έχει τρομερή φασαρία. Δεν συμφωνείς;"

Γνέφω καταφατικά.

"Ναι. Προσωπικά, προτιμώ την ανόργανη, χίλιες φορές. Έναν κρύσταλλο, ας πούμε. Ώρες μπορώ να κάθομαι εκεί μέσα και να χαζεύω".

"Μα, ήταν αληθινά αυτά που είδα;", προσπαθώ να ρωτήσω.

"Τι εννοείς;"

"Συνέβησαν στ' αλήθεια; Υπάρχει πραγματικά αυτό το κύτταρο;"

"Προφανώς. Νάτο", λέει και δείχνει ένα σημείο στο χέρι μου. Με κοιτάζει καλά-καλά. Μετά συμπληρώνει "Χα, χα, αστειεύομαι".

"Όμως, γιατί δεν μπορούσα να κάνω τίποτα;"

"Αυτό που λες 'επιθυμία' έχει νόημα από κάποια κλίμακα και πάνω. Εσύ, βρισκόσουν πιο κάτω. Εκεί, τα πράγματα απλώς συμβαίνουν".

Ορίστε; Τι πάει να πει αυτό; Πολύ γεροντική μπούρδα μου ακούγεται. Αλλά δεν επιμένω άλλο. Νυστάζω.

Η παρέα

Απροειδοποίητα, η Κυρία σηκώθηκε απ' την καρέκλα. Μόλις που έριξε μια ματιά πίσω της και ξεκίνησε αμέσως να περπατάει. Η Τασία βιάστηκε να την ακολουθήσει αλλά μετά άφησε τον Κύριο να προηγηθεί, όπως και προηγουμένως.

Πεσμένη έμοιαζε τώρα η Κυρία. Δεν είχε μυαλό για χαιρετούρες. Ίσως ακόμη να έπαιζε με την άλλη κυρία.

Το τέλος του παζαριού φαινόταν πια, καμιά εκατοστή μέτρα απείχε. Η Κυρία στάθηκε σε έναν πάγκο με αντίκες. Η Τασία έδειξε στον Κύριο μια άκρη όπου θα μπορούσαν να περιμένουν. Μια παλιά γνωστή της Κυρίας, η κυρία Ανδρομάχη, πλησίασε αθόρυβα. Με αυτήν δεν υπήρχε θέμα μπανίσματος, η Κυρία την ήξερε καλά, δεν ήταν 'ενδιαφέρουσα'. Η κυρία Ανδρομάχη ζούσε και αυτή σε ιδιόκτητη κατοικία, μετά τις Αγίες και είχαν κοινά ενδιαφέροντα με την Κυρία. Έπιασαν την κουβέντα.

Σε λίγο εμφανίστηκαν άλλες δυο κυρίες, επίσης γνωστές, η κυρία Θάλεια και η κυρία Κλειώ. Αυτές έμεναν, πιο κάτω, στην Αγία Αρετή.

Η κυρία Θάλεια προσκάλεσε την ομήγυρη στο διαμέρισμά της. Η Κυρία στην αρχή αρνήθηκε αλλά οι άλλες επέμειναν οπότε ενέδωσε.

"Αλλά για δέκα λεπτά μόνο!"

Καλά! Τα ξέρουμε τα 'δέκα λεπτά'. Την υπόλοιπη ημέρα μπορούν να φάνε. Αν όμως καταφέρω να μείνω κάτω θα μπορέσω να…

Οι τέσσερεις κυρίες, ο Κύριος και η Τασία κατευθύνθηκαν προς την Αγία Αρετή. Όταν έφτασαν, η Τασία δεν σταμάτησε, προχώρησε προς τα καθίσματα που υπήρχαν στην είσοδο και, όσο πιο αθώα μπορούσε, κάθισε. Η Κυρία την κοίταξε αλλά δεν είπε τίποτα.

"Η Παραμάνα σου; Δεν θα έρθει μαζί μας;", ρώτησε η κυρία Θάλεια.

Η Κυρία σήκωσε τους ώμους της. "Για ποιο λόγο; Καλά είναι κι' εκεί".

"Μπορεί να κάτσει με την δικιά μου", επέμεινε η κυρία Θάλεια.

Η Κυρία το σκέφτηκε.

"Τασία! Μην κάθεσαι εδώ μόνη σου. Έλα μαζί μας".

Μηχανικά, η Τασία υπάκουσε.

Τίποτα δεν μου βγαίνει σήμερα! Τίποτα!

Το ασανσέρ — ένα απ' τα πολλά της μικρο-πολιτείας— χωρούσε άνετα τριάντα άτομα. Όμως έτυχε άδειο όταν μπήκαν. Στριμώχτηκαν, μπρος-μπρος, η μια δίπλα στην άλλη και περίμεναν, σιωπηλές, όσο ανέβαινε. Όταν βγήκαν στον διάδρομο ξεκίνησαν πάλι να μιλάνε όλες μαζί. Σαν ένα βάρος να είχε φύγει από πάνω τους.

Η κυρία Θάλεια άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Οδήγησε τις κυρίες στο σαλόνι. Η Παραμάνα της έκανε την εμφάνισή της. Όλοι — ακόμη και ο Κύριος — γύρισαν να κοιτάξουν.

Θεέ μου! Τι Παραμανάρα είναι αυτή. Σαν θαλάσσιος ελέφαντας είναι.

Η Τασία πλησίασε να συστηθεί. Την έλεγαν Ελένη, ήταν δεκαοκτώ χρονών και είχε μεγαλώσει στη Μονή Καρέα στον Υμηττό. Η Τασία, ως πιο ηλικιωμένη, την επαίνεσε για την εμφάνισή της. Μετά πήγε και κάθισε στην απέναντι πλευρά του δωματίου.

Δεν τρελάθηκα, να κάτσω δίπλα της. Αστεία θα είμαι.

Τρέχω αθόρυβα μέσ' το σκοτάδι. Δεν φοβάμαι. Βλέπω την πλάτη της Χρύσας μπροστά μου. Τελευταίες είμαστε. Προπορεύονται η Κρις, η Μέλπω, ο Θέμης και ο Στέλιος. Διασχίζουμε τον διάδρομο, κατεβαίνουμε τις σκάλες, ανοίγουμε την μεγάλη πόρτα, γλιστράμε έξω και κρυβόμαστε στη σκιά δίπλα από την είσοδο.

Το κτίριο των Θαλάμων είναι μακρόστενο. Το σκιασμένο τμήμα όπου στεκόμαστε, είναι πέντε-έξη μέτρα. Μετά, μέχρι την γωνία, είναι είκοσι περίπου μέτρα που χτυπάνε οι προβολείς των Φυλακίων. Σαν την μύγα μέσ' το γάλα φαίνεται όποιος περνάει εκείνη την ώρα. Η συμφωνία είναι να περάσουμε ένας-ένας. Αν κάποιος κλειδωθεί απ' τα φώτα, δεν θα κουνηθεί, για να προλάβουν οι υπόλοιποι να το σκάσουν. Και μετά, τσιμουδιά. Διαφορετικά…

Δεν προλαβαίνω να βγω απ' τους Θαλάμους και η Κρις, μπροστά, ξεκινάει. Την παρακολουθώ. Σαν ακρίδα πάει. Τρέχει λίγο, κοκαλώνει, περιμένει λίγο, και ξανά. Όλο έτσι, μέχρι που περνάει. Το πάχος της καθόλου δεν την εμποδίζει. Αντίθετα, σχεδόν χάρη έχει. Μπράβο της! Λοιπόν, μπορεί ιδέα της Χρύσας να ήταν όλο αυτό αλλά η Κρις τώρα, αποδεικνύεται εξίσου ικανή και θαρραλέα. Ποιος να το 'λεγε.

Φεύγουν και οι υπόλοιποι, ο ένας μετά τον άλλο. Κάνω να πω κάτι στην Χρύσα. Δεν προλαβαίνω. Μένω μόνη. Στο σκοτάδι. Έξω απ' τους Θαλάμους, στη βαθιά νύχτα. Η καταπακτή ανοίγει κάτω απ' τα πόδια μου. Από πού να πιαστώ; Πέφτω.

Τώρα; Τι σκατά θα κάνω τώρα, μόνη μου, εδώ πέρα; Τα πόδια μου έχουν παραλύσει. Δεμένα σε τσιμεντοκολώνες τα νιώθω. Αποκλείεται να τα κουνήσω. Εδώ θα μείνω, μέχρι το πρωί. Ή μέχρι να επιστρέψουν οι υπόλοιποι, από την επιδρομή — όχι εκδρομή, επιδρομή, λέμε να το σκάμε την νύχτα και να αλωνίζουμε. Σαν κουρσάροι, κάπως. Ξέρει η Μονή απ' αυτά…

Μόνο που εμένα, δεν με βλέπω. Δεν έπρεπε να μείνω τελευταία. Βλακεία έκανα. Αν είχα κάποιον πίσω μου, μπορεί να αναγκαζόμουν να ξεκινήσω. Τώρα, δεν υπάρχει περίπτωση.

Κλαίω. Δάκρυα κυλάνε απ' τα μάτια μου. Δεν ξέρω γιατί. Που θα γίνω ρεζίλι. Και για την Χρύσα, αφού εμείς οι δύο το ξεκινήσαμε. Άσε που η Χρύσα θέλει αυτή να είναι αρχηγός, όχι η Κρις. Αν εγώ, δεν ξεκολλήσω, η Χρύσα δεν έχει καμία τύχη.

Κρίμα. Τι άλλο να πω; Δεν το κάνω επίτηδες. Δεν μπορώ.

Κοιτάζω την νύχτα. Μέσ' απ' τα θολά απ' τα δάκρυα μάτια μου. Κουνάω το κεφάλι. Ο κόσμος, θολός κι' αυτός, περιστρέφεται γύρω μου. Και τότε το πιάνω. Δεν χρειάζεται εγώ να κινηθώ, τον κόσμο πρέπει να αφήσω να έρθει προς τα εμένα. Μια κατάδυση είναι όλο αυτό. Η βαρύτητα θα με τραβήξει. Δεν χρειάζεται εγώ να κάνω κάτι.

Αφήνομαι αμέσως. Για να μην προλάβω να το ξανασκεφτώ. Στάση, αναπνοή, προσοχή — τα ξέρω αυτά.

Ο κόσμος τρέχει καταπάνω μου. Άσπρος, άσπρος που είναι ο τοίχος. Λαμπρός, εκτυφλωτικός. Στ' αυτιά μου βροντοχτυπάνε οι χτύποι της καρδιάς μου. Όλο και πιο αργά. Όλο και…

Όμως, περνάω. Πέρασα!

"Άντε ντε", ακούω την Κρις να με ενθαρρύνει όταν ρίχνομαι στην επόμενη σκιά. "Μας κοψοχόλιασες".

Η Χρύσα μου τείνει το χέρι φιλικά. Το πιάνω και το σφίγγω. Χαίρομαι.

Κάπως έτυχε και η κυρία Θάλεια ξεκίνησε να λέει την ιστορία της — με λεπτομέρειες. Πού μεγάλωσε, πώς γνώρισε τον σύζυγό της, τι έκανε όταν αυτός πέθανε, κλπ. Η Κυρία φαινόταν να παρακολουθεί με προσοχή. Η Τασία ήξερε πως η Κυρία ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο — όχι χωρίς λόγο.

Η ΚΡΙΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΚΙ' ΑΥΤΉ. ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΙΟΣ ΟΔΗΓΕΙ; ΚΑΝΕΙΣ;!