Ανεμομαζώματα

2026-04-19

01.01.01 ξυπνάει μέσ' τα αίματα

Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της.

Συγκεντρώσου, μάζεψε τα μυαλά σου. Πάρε μια βαθιά αναπνοή και... Ωχ, τι μυρίζει; Όχι. Όχι, γαμώτο. Όχι.

Σπασμωδικά, πασπάτεψε το σεντόνι.

Προσπαθώ να τεντώσω τα δάχτυλά μου αλλά το δέρμα αντιστέκεται, οι αρθρώσεις μου έχουν μαγκώσει. Όμως νάτο το αίμα, το νιώθω, στα σημεία που δεν έχει ακόμη ξεραθεί. Κολλάει και γλιστράει, ταυτόχρονα. Σαν φίδι κάνει. Σιχαμερό.

Πάλι άνοιξαν οι θύρες μου!

Ανασηκώθηκε. Από το κομοδίνο, δίπλα της, έπιασε τον αναλυτή. Με την πίσω του πλευρά σκούπισε την θύρα εξόδου στο μπράτσο της. Μετά, τον γύρισε απ' την άλλη και τον σύνδεσε. Έκλεισε τα μάτια της.

Δέκα δευτερόλεπτα θέλει. Ψυχραιμία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να μην έχω χάσει και τόσο αίμα. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Πριν δυο εβδομάδες; Τρεις; Μήνας, πάντως, όχι. Αλλά, τι περίμενες; Πως θα ζούσες για πάντα; Αφού τα έχεις κλείσει τα εικοσιτέσσερα. Θέμα χρόνου είναι πια. Θέμα χρόνου. Το ήξερες. Πάντα το ήξερες.

Κοίταξε μια στιγμή το χρονόμετρο του αναλυτή. '60%' έλεγε.

"Η Κεφαλή! Η Κεφαλή!", λέμε/ακούμε.

Η καρδούλα μας παγώνει. Κοκαλώνουμε, εκεί που στεκόμαστε. Ακούμε τα βήματά της, τα φρικτά βήματά της, να πλησιάζουν θανατερά. Το βλέμμα μας, ίσια μπροστά. Ούτε ματάκι δεν κουνιέται. Όταν έρθει η ώρα μας, θα πάμε όλα μαζί. Ένα σώμα, ένα μυαλό.

Να η Κεφαλή, έφτασε εκεί που αρχίζουμε να βλέπουμε. Διακρίνουμε, πρώτα την μπότα, το παντελόνι και μετά το γάντι της. Ακολουθούν αργά, πολύ αργά, το μανίκι και ο ώμος της. Δεν αντέχουμε, δεν αντέχουμε. Πύρινες αγκίθες μπήγονται στα ματάκια μας. Ένα δάκρυ, καυτό, ξεχειλίζει, κατρακυλάει στο μαγουλάκι μας. Τίποτα δεν ακούγεται. Σιωπή, μόνο σιωπή. Και οι αναπνοές μας, που αντηχούν στους τοίχους της Κοιτίδας και πολλαπλασιάζονται. Πολλαπλασιάζονται, πολλαπλασιάζονται.

Ξανάνοιξε τα μάτια της. Το χρονόμετρο είχε τώρα μηδενίσει. Το αποτέλεσμα αναβόσβηνε: '28'.

Εικοσιοκτώ! Όταν το όριο είναι τριάντα δύο. Για Παραβίωση, ούτε συζήτηση. Και πόσο μάλλον την πρωινή, που είναι και η πιο βαριά. Πρέπει να τρέξω μέχρι το φαρμακείο, να συμπληρώσω το αίμα που έχασα. Μια ή δυο φιάλες άραγε; Δύο, καλύτερα, αν μου δώσουν. Θα είναι η Αγγελική εκεί; Αλλά πώς θα γίνει, να μην με καταλάβει η Κυρία;

Στάθηκε όρθια. Σκουπίστηκε όπως-όπως με το σεντόνι, το τύλιξε με το αδιάβροχο υποσέντονο και τα πέταξε, όλα μαζί, στην καραντίνα, έξω απ' την τουαλέτα.

Πήρε καινούργια στρωσίδια από την εταζέρα, τα έστρωσε, και μετά τα ξέστρωσε, λίγο, για να μοιάζουν σαν να κοιμήθηκε κάποιος πάνω τους.

Έστησε αυτί. Τίποτα.

Να δοκίμαζα να πεταχτώ τώρα, πριν τα πρωτόκολλα, όσο ακόμη κοιμάται η Κυρία; Αλλά, χωρίς πρωτόκολλα, θα είμαι γυμνή. Κι' αν φέρω μέσα κάτι; Αν κολλήσει η Κυρία; Τι θα απογίνω εγώ μετά; Όχι, δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται. Να κάνω γρήγορα, μόνο αυτό περνάει απ' το χέρι μου.

Δίπλα στην καραντίνα υπήρχε αποστειρωτής για μικρο-αντικείμενα. Άφησε εκεί τον σταυρό της και άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας.

Μέσα, ήταν γεμάτο ατμούς. Μισόκλεισε τα μάτια της. Κάλυψε το κεφάλι της με ένα πλαστικό καπελάκι και τα πόδια της με άσπρες, νοσοκομειακές, παντόφλες. Πλησίασε τον νιπτήρα, πήρε μπόλικο υγρό σαπούνι και έπλυνε τα χέρια της. Σκουπίστηκε και φόρεσε γάντια νιτριλίου.

Χρύσα! Χρύσα, Χρύσα, Χρύσα.

Ρε άντε παράτα μας τώρα κι' εσύ.

Κάθισε προσεκτικά στην λεκάνη. Έκανε πιπί.

Η Κεφαλή μας προσπερνάει, προχωράει πιο πέρα. Την γλυτώσαμε. Τι καλά! Τι καλά! Κα-τα-πληκτικά! Ωχ, ωχ, τι είναι αυτό; Μας φεύγουν, τα τσίσα. Πάνε, κατρακυλάνε στο ποδαράκι μας. Αλλά, δεν πειράζει, μην φοβόμαστε. Είναι μέσα απ' την στολή, δεν μπορεί να τα δει η Κεφαλή. Μην τα μυρίσει μόνο. Κουράγιο. Λίγο ακόμη και θα φύγει.

Έκλεισε το καπάκι και τράβηξε το νερό. Έβγαλε τα γάντια της, γυρνώντας τα ανάποδα. Καθώς τα πέταγε στην εσωτερική καραντίνα, παρατήρησε πως το δεξί είχε μια μικρή τρύπα.

Γρήγορα! Γρήγορα.

Επέστρεψε και ξανάπλυνε τα χέρια της, επιμένοντας στα νύχια και τους καρπούς, αυτή την φορά.

Πέταξε το καπελάκι στην θυρίδα. Άφησε τις παντόφλες της στο χαλάκι. Χώθηκε στο ντους, καταβρέχτηκε και σαπουνίστηκε μεθοδικά.

Ξεβγάλθηκε. Σκουπίστηκε. Κατάβρεξε καλά-καλά τα χέρια της με αλκοολούχο διάλυμα.

Βγαίνοντας απ' την τουαλέτα πέταξε τις παντόφλες της και ξαναφόρεσε τον σταυρό της.

Αυτή ήταν η Κάθαρση. Σειρά της ένδυσης τώρα.

Ξύπνα! Πιο γρήγορα!

Άνοιξε την βαριά, δίφυλλη πόρτα της ντουλάπας. Επιθεώρησε τις στοίβες με τα πανομοιότυπα ενδύματα: εσώρουχα, στολές του Κανόνα και ποδιές εργασίας. Διάλεξε ένα απ' το καθένα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Ντύθηκε με σταθερές κινήσεις. Στο τέλος, δεν ξέχασε το σκουφάκι της. Κλείνοντας την ντουλάπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της πόρτας.

Ξανάστησε αυτί. Τίποτα.

Άντε, πάμε. Κι' ο θεός να βάλει το χέρι του!

Άνοιξε την πόρτα.