2026-05-13
01.02.01 προετοιμασία για έξω
"Να συνεχίσουμε Κυρία;"
"Όχι, φτάνει. Δεν αντέχω άλλο. Πιάστηκα. Και, διψάω. Φτιάξε μου το πρωινό μου. Τι το' φερες έτσι, ωμό; Πώς να το πιώ; Τρελή είσαι;"
Η Τασία σηκώθηκε βιαστικά. Μάζεψε τον εξοπλισμό της, τον φύλαξε στην θέση του, επέστρεψε, πήρε το φλιτζάνι και άρχισε να ανακατεύει το ζουμί με το κουτάλι.
Στο μεταξύ η Κυρία πήγε μέχρι την τουαλέτα. Κοιτάχτηκε, επιχείρησε να τακτοποιήσει κάπως το μαλλί της που πετούσε προς κάθε κατεύθυνση και επέστρεψε στο δωμάτιο.
Η Τασία έλεγξε το υγρό μέσα στο φλιτζάνι. Σβόλοι δεν φαίνονταν πια. Το έτεινε στην Κυρία. Αυτή το πήρε, του έριξε μια ματιά, και ρούφηξε λαίμαργα μια γουλιά. Έκλεισε τα μάτια της.
Επειδή μας διέκοψε ο Κύριος, είμαστε εδώ. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Ναι, αλλά μας διέκοψε, οπότε, γιατί το λες; Επειδή αύριο δεν θα μας διακόψει και θα μας κουβαλάνε τέσσερεις — μην κουβαλάνε και την Κυρία. Αυτή σε μάρανε τώρα; Και τι βγαίνει που το λες; Πάντως, αυτό, με το φαρμακείο, δεν γίνεται να το ξαναπάθω. Πρέπει να χτίσω καβάτζα — μέσα στο σπίτι — ώστε να μην αναγκάζομαι να τρέχω, όταν δυσκολεύομαι. Και, στο εξής, κάθε μέρα, θα δυσκολεύομαι.
Η Κυρία άνοιξε τα μάτια της. Η Τασία έψαξε τα χέρια και το πρόσωπό της για ενδείξεις από την επίδραση των μεντς. Τίποτα.
"Τι με κοιτάς;", πέταξε αμέσως η Κυρία. "Ετοίμασε τα ρούχα μου, να φύγουμε".
"Και ο Κύριος;"
"Θα τον πάρουμε μαζί".
"Μήπως να τρώγατε κάτι πρώτα;"
"Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που είπα".
Η Τασία υποχώρησε. Στράφηκε προς μια ντουλάπα, πλησίασε και την άνοιξε.
Δεν την αντέχω άλλο, την ψυχή μού έχει μαυρίσει! Εγώ, για το καλό της τα λέω, αλλά αυτή, όλα στραβά τα παίρνει, και με μαλώνει συνέχεια. Και ούτε η Παραβίωση, ούτε τα μεντς την έριξαν καθόλου, ακόμη. Όλη μέρα το ίδιο βιολί. Να μου πίνει το αίμα και να μου σπάει τα νεύρα. Και αύριο, πάλι τα ίδια. Γιατί να περιμένω να με τελειώσουν οι αιμορραγίες; Τώρα αμέσως, θα ανοίξω το παράθυρο και θα πηδήξω έξω — να τελειώνουμε!
Έσκυψε και άνοιξε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Τα επιθεώρησε σκεπτική.
Πάλι θα σε βρίσει! Ψάχνεις στην ντουλάπα, όταν το δωμάτιο είναι γεμάτο ρούχα. Δεν με νοιάζει. Δεν την αντέχω, δεν θέλω να είμαι δίπλα της. Φτάνει που έχω να την ντύσω.
Αμ αυτό πάλι! Πώς είναι δυνατόν να την ντύσω χωρίς να την αγγίξω; Ποιος το σκέφτηκε, αυτό το πράγμα; Αφού φοράω τόσα προστατευτικά, πώς είναι δυνατόν να την κολλήσω; Και το δωμάτιο που είναι γεμάτο ρούχα; Αυτό δεν είναι πρόβλημα; Αλλά όπως μας βολεύει τα στρίβουμε όλα.
Διάλεξε κιλότα και στηθόδεσμο ασορτί και τα ακούμπησε σε ένα αναδιπλούμενο ράφι που διέθετε η ντουλάπα.
Μετά, με την πλάτη γυρισμένη πάντα προς την Κυρία, μετακινήθηκε πλάγια και άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα της ντουλάπας. Λίγο μόνο την άνοιξε, ίσα-ίσα να φανούν τα πρώτα φορέματα.
Διάλεξε ένα μακρύ, εκρού, με αρχαιο-ελληνικά μοτίβα και το άφησε μαζί με τα εσώρουχα στο ράφι.
Τα παπούτσια, αυτά που η Κυρία ήθελε να έχει πρόχειρα, είχαν την δική τους ντουλάπα (τα υπόλοιπα ήσαν στην αποθήκη). Η Τασία την άνοιξε όσο χρειαζόταν για να βγάλει ζευγάρι δερμάτινα πέδιλα και την ξανάκλεισε. Το ίδιο έκανε και για την επιλογή τσάντας, ζώνης και κολιέ. Στα σκουλαρίκια μόνο δίστασε. Τελικά, έβγαλε ολόκληρη μια μπιζουτιέρα για να διαλέξει μόνη της η Κυρία.
Γύρισε να την αντικρίσει. Όμως η Κυρία είχε επιστρέψει στην τουαλέτα να φτιάξει το μακιγιάζ της, διαδικασία αυστηρά προσωπικά αφού προϋπέθετε φυσική επαφή. Η Τασία κρέμασε τακτικά στο καλόγερο τα ρούχα που είχε επιλέξει και στάθηκε δίπλα του να περιμένει την κρίση της Κυρίας.
"Νίψις, εσπευσµένως!" ακούγεται η φωνή της Κεφαλής.
Πετάγομαι όρθια — αντανακλαστικά, πριν προλάβω ν' ανοίξω τα μάτια μου.
"Χρειώδη, αράδες, καταλαγή! Ατάκα, ατάκα!", συνεχίζει η Κεφαλής μηχανικά και πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην έξοδο.
Όπως-όπως προσπαθώ να υπακούσω. Όμως το σώμα μου εναντιώνεται σε κάθε κίνηση, ούτε εκατό κιλά να ζύγιζε. Επιμένω. Τρεκλίζω μέχρι τον φοριαμό μου. Μπερδεύομαι με το λουκέτο και καθυστερώ. Τελικά, του δίνω μια με το χέρι και ανοίγει. Αρπάζω προσόψι και απολυμαντικό και τρέχω να μπω στη γραμμή. Η κατουρημένη μου στολή κολλάει και μ' εμποδίζει να κινηθώ.
Έφτασα. Ούτε πρώτη είμαι, ούτε όμως και τελευταία. Ψάχνω το ταίρι μου. Στις κλίνες είναι ακόμη, δεν βρίσκει τις παντόφλες του. Ατυχία! Αλλά να, τις βρήκε και έρχεται.
Όχι πως έχει καμιά σημασία.
Η κίνηση, γύρω μου, θέλει ακόμη για να καταλαγιάσει. Περιμένω, προσπαθώντας να αναπνέω όσο το δυνατόν λιγότερο. Με τρελαίνει, δεν μπορώ να υποφέρω, όλη αυτή την μπόχα απ' τα σώματα των άλλων γύρω μου. Ούτε να τους κοιτάξω δεν μπορώ.
Το ταίρι μου είναι απ' την παλιά παρτίδα της Κοιτίδας. Με αυτόν είναι διαφορετικά. Σαν γλειφιτζούρι, να τον γλύψω, μου έρχεται ώρες-ώρες και ας μην τον υποφέρω. Οι Αδελφές λένε πως είναι ζήτημα "φερομόνων".
Βγαίνουμε έξω, στον διάδρομο. Ζέστη κανει πάλι σήμερα. Δεν δίνω σημασία. Ανυπομονώ για την νίψην. Για μένα, αυτή είναι η πιο καλή στιγμή της ημέρας.
Μπαίνοντας, τρέχω στο πρώτο λουτρό που βλέπω ελεύθερο. Με την άκρη του ματιού, ψάχνω για το ταίρι μου. Τι χαμένος! Αλλού πάει. Ξεκουμπίδια! Ας μας παρατήσει κι' αυτός και η χάρη του!
Βγάζω από πάνω μου λερωμένη στολή και σκουφί, τα στριμώχνω στην τρύπα της ανακύκλωσης, και αρχίζω να ξύνομαι. Χρησιμοποιώντας δάχτυλα, κάνω κρανίο, πίσω απ' τα αυτιά, τον λαιμό, τις μασχάλες, τα πλευρά της πλάτης, την κοιλιά, την μέση, ανάμεσα στα πόδια μου — εκεί επιμένω γιατί είναι και το κατούρημα — τους μηρούς, πίσω απ' τα γόνατα, τις γάμπες και, τέλος, το καλύτερο, τα δάχτυλα των ποδιών.
Παναγίτσα μου! Τι ηδονή!
Όταν τελειώνω, επαναλαμβάνω από κάτω προς τα πάνω, χρησιμοποιώντας νύχια αυτή την φορά. Στο τέλος του δεύτερου γύρου νιώθω έτοιμη. Το έχω ευχαριστηθεί, αλλά η φαγούρα τώρα είναι πολύ χειρότερη. Το σώμα μου, καίγεται ολόκληρο.
Ανοίγω το καυτό ντους και πηδάω μέσα.
Συντέλεια! Λύτρωση! Ανατριχιάζω ολόκληρη!
Το μυαλό μου πλημμυρίζει, πλημμυρίζει, ώσπου σβήνει τελείως. Αχ!
Μετά αναπνέω βαθιά, μια, δυο, τρεις φορές, να συνέλθω. Λέω πως είναι το καυτό νερό που διώχνει την φαγούρα αλλά ξέρω πως ανακατεύουν απολυμαντικό στο νερό. Δεν πειράζει, ας είναι.
Τσαφ!
Το σώμα μου σκύβει, ενώ εγώ ακόμη ψάχνω από πού ήρθε ο ήχος. Αγάπη ήταν, ξεκάθαρα.
Τσαφ! Τσαφ! Τσαφ!
Πέφτω μπρούμυτα. Αρχίζω να έρπω. Πρέπει να βγω απ' το λουτρό, να έχω χώρο να κινηθώ.
Ξέρω, χωρίς λέξεις, πως πρέπει να δράσω πριν προλάβω να σκεφτώ, διαφορετικά θα πέσω κάτω και θα βάλω τα κλάματα.
Άγγιγμα πρέπει να είχαμε πάλι. Δεν το κάνουμε επίτηδες, την ώρα της νίψεως πολύ εύκολα την πατάει κανείς. Πάει, ας πούμε, να παίξει με τις μπουρμπουλήθρες του απολυμαντικού, γλιστράει και αγγίζει τον διπλανό του. Αλλά δεν υπάρχει πρόθεσις!
Όμως οι Φύλακες δεν κάθονται να το εξετάσουν — μας ρίχνουν αγάπη έτσι κι' αλλιώς — κι' ας επιμένουν οι Γέροντες πως χωρίς πρόθεση, αμαρτία δεν υπάρχει.
Σέρνομαι έξω. Στον διάδρομο γίνεται της κακομοίρας, όλοι τρέχουν να σωθούν. Οι αγάπες πέφτουν σαν βροχή. Δύσκολο να πεις αν είναι ο πανικός που προκαλεί τις αγάπες ή είναι αντίστροφα. Ούτε την μύτη μου δεν βλέπω εξ' αιτίας του ατμού απ' τα λουτρά. Όμως ξέρω πως παντού, γύρω μου, πρέπει να είναι άλλα σώματα. Έτσι και αγγίξω κάποιο, θα την φάω κι' εγώ. Τους Φύλακες δεν τους εμποδίζει ο ατμός. Στέκονται ψηλά και μας βλέπουν όλους στο πιάτο. Πώς θα καταφέρω να βγω χωρίς να την φάω;
Ο πόνος της αγάπης είναι απερίγραπτος. Νιώθεις σαν ένα καυτό, σιδερένιο φίδι να τυλίγεται πάνω σου και να σε σφίγγει, να σε σπάσει. Ένα-δυο δευτερόλεπτα κρατάει κάθε αγάπη αλλά σου φαίνονται ώρες. Οι Φύλακες τις ρίχνουν με ένα πράγμα σαν πιστόλι που έχουν. Ευτυχώς δεν πάνε πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά μέτρα μαξ.
Στρίβω δεξιά, στην τύχη. Προχωράω. Προσπαθώ να κρατάω λίγο ψηλά το κεφάλι, να μην είναι μέσ' τα βρομόνερα. Δεν ξέρω πού πάω, δεν θυμάμαι την διαδρομή προς την είσοδο. Όταν μπήκα, τον νου μου τον είχα στο ταίρι μου. Η ηλίθια.
"Αριστερά! Αριστερά!", ακούω δίπλα μου.
Ποιος είναι; Δεν μπορώ να δω. Να πάω; Κι' αν είναι παγίδα; Και γιατί δεν πάει αυτή; Παγίδα θα' ναι. Αλλά τι παγίδα; Αφού όλοι ίδια είμαστε. Θα πάω.
Στρίβω.
Δεν βλέπω καμιά διαφορά. Συνεχίζω να προχωράω, αλλά τώρα πιο σιγά. Φοβάμαι μην ήταν παγίδα. Μην με βρει κακό από στιγμή σε στιγμή. Αλλά τι;
"Ίσια μπροστά, στη σκιά", ακούω πάλι.
Ναι. Διακρίνω μια σκιά μπροστά. Η φωνή πρέπει να θυμόταν πως ήταν εκεί γιατί ως τώρα δεν φαινόταν τίποτα. Άρα, σημαίνει πως δεν είναι παγίδα; Ξεθαρρεύω λίγο. Πάω πιο γρήγορα. Αλλά έχω λαχανιάσει πια, έτσι που σέρνομαι. Δεν θα αντέξω για πολύ.
Νιώθω κάποιον να μου έρχεται από δεξιά. Αφήνω να περάσει, να μην με δει. Δεν πάει προς την σκιά αυτός, δεν την έχει δει. Μόλις περνάει, συνεχίζω ίσια. Φτάνω την σκιά. Ευτυχώς, πόρτα είναι. Μια έξοδος, βοηθητική.
Προσπαθώ να ανοίξω. Το χέρι μου γλιστράει. Ξαναδοκιμάζω. Νιώθω μια πίεση πίσω μου. Αυτός που στέκεται πίσω μου, βιάζεται, με σπρώχνει! Τρέμω το άγγιγμα, προσπαθώ να το αποφύγω. Πέφτω στην πόρτα με όλο μου το βάρος. Ανοίγει. Πάλι νιώθω σπρώξιμο πίσω μου. Τρελάθηκε;
Πρέπει να δω πρώτα τι γίνεται, δεν γίνεται να πεταχτώ έτσι έξω. Κι' αν έχει Φύλακες;
Νιώθω το άτομο πίσω μου να με σπρώχνει και να με προσπερνάει. Βγαίνει και αρχίζει να τρέχει. Ακολουθώ. Είμαστε στον διάδρομο πια. Εδώ, βλέπω. Από τον θάλαμό μου είναι, η τρελή που ακολουθώ.
Ξέρω πώς την λένε. Χρύσα.
Η Κυρία τελείωσε το μακιγιάζ της. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και βγήκε από την τουαλέτα. Η επιδερμίδα της φαινόταν πλέον αλαβάστρινη όμως από κάτω η Κυρία είχε αφήσει να διακρίνονται οι ουλές του χτικιού. Αυτό έδινε στο πρόσωπο της μια κάπως δραματική αλλά, ταυτόχρονα, και πιο ρεαλιστική όψη.
Η Τασία κοίταζε την Κυρία να έρχεται.
Αν το χτικιό δεν είχε οργώσει τα μούτρα της Κυρίας θα ήταν... Και το ξέρει. Φαντάσου πώς νιώθει, μέσα της. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της!
Πλησιάζοντας περισσότερο, τα χαρακτηριστικά της Κυρίας αμφιταλαντεύτηκαν, ώσπου κατέληξαν σε ένα χαμόγελο.
Νάτα τα μεντς, άρχισαν να λειτουργούν! Ευτυχώς! Ευτυχώς!
Η Τασία γύρισε ελαφρά προς τον καλόγερο. Η Κυρία έριξε μια γρήγορη ματιά. Προηγουμένως, θα είχε πολλά, μάλλον, να πει. Τώρα, περιορίστηκε να κουνήσει επιδοκιμαστικά το κεφάλι της. Μετά, σήκωσε τα χέρια ψηλά και γύρισε την πλάτη της για να βοηθήσει την Τασία στο έργο της.
Επειδή η Κυρία ήταν πια πολύ πιο συνεργάσιμη, η διαδικασία τελείωσε σύντομα και χωρίς προστριβές.
Βγαίνοντας, η Κυρία προσφέρθηκε να βάλει και μια μπουκιά στο στόμα της, πριν φύγουν. Η Τασία έτρεξε στην κουζίνα να βρει κάτι.
Όσο για την συσκευή του Κυρίου, ήξερε και ακολουθούσε από μόνη της. Δεν χρειαζόταν να είναι όνλαϊν ο Κύριος.
01.02.02 στο φαρμακείο
Έξω, ήταν δύσκολα. Πολύ ζέστη και υγρασία. Η Τασία περίμενε την Κυρία να προπορευτεί και την ακολούθησε στα δύο βήματα. Το φαρμακείο ήταν στον δρόμο τους, λίγο μετά τη γωνία. Διακρίνονταν ήδη δυο-τρεις Παραμάνες που στέκονταν στην ουρά.
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ. ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ -- ΔΕΝ ΠΑΝΕ ΣΕ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ; ΑΜΦΙΕΣΗ, ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ. ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΜΟΛΙΣ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Η ΤΑΣΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΕΙ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΚΤΕΘΕΙ ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ ΤΟ ΑΙΜΑ -- ΤΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΑΦΟΥ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΙ; ΠΟΥ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΕΙ;
ΤΙ ΒΛΕΠΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΕΝΤΣ; ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΕΙ Η ΤΑΣΙΑ;
ΜΕΤΑ, ΘΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ. Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΤΟ ΤΟΠΙΟ. ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, Η ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΤΑ ΜΕΝΤΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΚΥΡΙΑ ΑΠ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ; EXPERIENTIAL PERFECTION, NO BOUNDARIES, CONNECTION WITH REAL PEOPLE IS OBSOLETE, INTIMACY IS OBSOLETE
LIFE -- NOT LIFE, REALITY (PHYSICAL AND SOCIAL) -- IS UNBEARABLE. PARABIOSIS AND MEDS ARE VITAL